Saturday, April 05, 2008

ΣΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ - KARIN KIWUS


Ο κόσμος αποκοιμήθηκε
την ώρα της γέννησής σας

μόνος, με τα καθημερινά του όνειρα.
Ξυπνήστε τον ξανά,

σκληρο και γλυκό και άγριο
για μιά περιπέτεια

για μια μακριά παρτίδα πραγματικότητα,
ανίκητο στο παιγνίδι.

Karin Kiwus (1942- )
(απόδοση Γ.Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ)

Wednesday, April 02, 2008

ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ


Με χρήματα , με πόντους, με βαθμούς
τα έργα της ζωής μου έχουν μετρήσει.
Κι ας μισώ τόσο πολύ τους αριθμούς
κι ας προσμένω μοναχά την άλλη κρίση.

Ποιός άνθρωπος, ποιός φίλος, ποιός,
την αξία δίχως φθόνο θ' αντικρύσει;
Σιωπηλός κι αργός ο φερετροποιός
που - τελευταίος - σωστά θα με μετρήσει.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(Από τη συλλογή "ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ" )

Tuesday, April 01, 2008

ΑΠΟΓΕΜΜΑΤΙΝΗ

Βρέχει – και κάν’ η φύσις
Ήχους τόσο γλυκούς
Το διάβασμα ν’ αφήσης
και να σταθής ν’ ακούς

Στις σκάλες, στο περβόλι,
στο γύρο της φραγής
βρέχει γλυκά – και σ’ όλη
τη χώρα και τη γης.

Βρέχει στα παραμύθια
κ’ εκείθε έχουν ερθεί
οι μάγοι οι αγαθοί
με τ’ άσπρα γένεια πλήθεια

Βρέχει στα παραμύθια…
κ’ εκείθε αργοφυσά
τ’ αγέρι , από δασά
θάμνα και κουφολίθια.

Βρέχει – και ξέρει η φύσις
Νότες τόσο γλυκές,
Το φύλλο να τσακίσης
με τις στιχουργικές.

Στης λάσπης τ’ άκρο χείλος
λοξός και σερπετός
διαβαίνει ο περιττός
της γειτονιάς ο σκύλλος

και του περιβολάρη
η σούστα ουδ’ αντηχεί:
σα νάναι σε σφουγγάρι
βουλιάζουν οι τροχοί.

Απάνω σε βιτρίνα
γραμμένα στα γυαλιά,
ξεπλένονται τα κρίνα
και τα τριανταφυλλιά,

μα έχει η πνοή φερμένα,
του κάμπου , μακρυνά,
όλα τ’ αληθινά
τα φύτρα χορτασμένα!

Τέλλος Άγρας (1899-1944)
από τη συλλογή του "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ"

Sunday, March 30, 2008

ΑΚΤΑΙΩΝ



Κυνηγός των λέξεων
στο δάσος των ονείρων,
πώς έγινε κι αντίκρυσα
γυμνή τη θεά- παρθένα
την Αλήθεια
στο νερό "παγάς λαλέουσας"
να λούζεται;
Στίχοι, πιστά σκυλιά μου,
γιατί με σπαράζετε;

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Saturday, March 29, 2008

ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΑ

Μιά παιδική , γλυκιά φωνή, τ΄αρχαίο ρήμα
στη αίθουσα τη σχολική, μ' ύφος λαλούσε.
Κι αργά, σε χρόνο παρελθόντα, ως να καλούσε
τις πεθαμένες της αγάπες , απ' το μνήμα.

Πάνω απ' την άβυσσο του χρόνου , μέγα βήμα
σα να ' χε κάνει μια μορφή και μού γελούσε.
Κι ο λείος τόνος της φωνής ξαναφιλούσε
της μνήμης τ' ακρογιάλια, σαν το κύμα.

Σ' όλα τα πρόσωπα, τους αριθμούς, τους χρόνους
τη μέρα γέμιζε, με κρίνα και με πόνους.
Κι' όταν σταμάτησε - είχαν σπάσει τα ρολόγια-

κύλησε η μνήμη - πέτρα υγρή- μέσα στη λήθη
Μα κλείνουν πάντα την ψυχή μου αυτά τα λόγια
και πολύ πολύ ο αρχαίος τύπος : "Ηγαπήθη"

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Friday, March 28, 2008

ΛΟΙΠΟΝ , ΕΓΩ ΞΕΚΙΝΗΣΑ


Κρατώ πάντα στην καρδιά μου
αινίγματα και σχέδια μυστικά
λέξεις αμεταχείριστες που λάμπουν
στο βυθό της καθημερινής τύρβης
ψηφίδες αρχαίες της αθωότητας
μιά σκευή ιδεών'
ευεπίφορη σε λογής ερμηνείες

(Λένε για το " λάλον ύδωρ"
για κείνους που ακόμα ονειρεύονται
Λένε για μια μποτίλια στο πέλαγο
που κρύβει τα μυστικά
κάποιων που έζησαν αληθινά!)

Λοιπόν
εγώ ξεκίνησα κιόλας το μακρύ ταξίδι
μεσοπέλαγα είμαι -
στην απέναντι όχθη γνέφει μια σκιά.
Λυμένος είμαι από το κατάρτι!

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΕΛΩΝΗΣ
Από τη συλλογή του "Μ' ένα κέρμα στο στόμα" 2007)

ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΑΘΗΝΑΙ

Οι πράξεις μας δεν έχουν σημασία, παρά μόνο
στα μάτια ενός ανθρώπου. Γι' αυτόν ζούμε.
Για να μας βλέπει αντιστεκόμαστε στο χρόνο
κι εξαγοράζουμε τις μέρες κι' ας πονούμε.

Στην άκρη εμείς, ενός ζυγού , που εκκρεμεί,
κι αυτός αντίρροπα δεμένος απ' την άλλη.
Και ξαφνικά, σε μιά στιγμή, που ηρεμεί
στρέφει αυτός, καθώς κι εμείς, τ' ωχρό κεφάλι.

Και βλέπει ο ένας μας του άλλου τον αγώνα
να τραβηχτεί κι' απ' τα δεσμά του να λυθεί.
Μάταια παλεύουμε. Οι αλυσίδες απ' το γόνα
βαριές, ψηλά ως με την καρδιά έχουνε δεθεί.

Κι όταν μιά μέρα κάποιο χέρι θα θελήσει
την περηφάνεια μας να σπάσει την πικρή,
τότε κι οι δύο ,χωρίς κανένας να μιλήσει,
θα γυμνωθούμε στον άλλον αντικρύ

και με το δάχτυλο, αργά και μία -μία
ζητώντας τις πληγές, που ρέει το αίμα,
του έρωτά μας την ατέλειωτη ερημία
θα μετράμε μ' ένα μέτρο μας: Το ψέμα.

5/7/1986

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, March 26, 2008

ΠΕΙΡΑΤΗΣ



Μια φλούδα πορτοκάλι το καράβι
και το πανί κομμάτι από χαρτί,
και τ’ όνειρου τα πέλαγα κι’ οι κάβοι
των παιδικών μας χρόνων πειρατή!
---------------
Της Μοίρας ολολύζουνε οι σκλάβοι
μ' ένα πικρό παράπονο "Γιατί";
Το μακρινό φανάρι δεν ανάβει
τη σάρκα να φωτίσει τη φθαρτή.
---------------
Στις θύελλες τ’ ατέλειωτο ταξίδι
στου θησαυρού τ’ ανύπαρκτο νησί,
ψεύτης ο χάρτης, φάντασμα και συ!
---------------
Ποιο χέρι φοβερό και ποιο λεπίδι
μας έριξε σ' ανήλιαγο μπουντρούμι
γεροσακατεμένους δίχως ρούμι ;

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(Από τη συλλογή "ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ")

Sunday, March 23, 2008

ΑΠΕΣΒΕΤΟ ΚΑΙ ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ

Εις μνήμην Πηγής Καφετζοπούλου ...

Πηγή των στίχων, Πηγή των ονείρων, Πηγή των χρησμών , Πηγή της λήθης …Με τη φωνή μου που δεν μερώνει, με την οικεία λύπη, στο μάταιο παρόν αντίμαχος της Μοίρας , ρίχνω στο ρείθρο των αιώνων, χάρτινο καραβάκι ,τα φτωχά μου λόγια : Στο τέρμα εκεί του δρόμου σου, στους μυρωμένους κήπους , θα σε ζυγώσει ένας μικρούλης άγγελος – μόλις που φαίνονται στη ράχη οι φτερούγες του . Αν σε ρωτήσει το αίμα της πληγής μου : «Παίζει ακόμα με τις λέξεις ο πατέρας;» , μην απαντήσεις. Κράτησε τον στην αγκαλιά σου και παρηγόρησέ τον, που γεννήθηκε…

Friday, March 21, 2008

20 HAI - KU ON EMILY DICKINSON



Timid as a bird.
My lips just hold the name:
Immortality

An evening sky:
The woods were painted
the mystic green

The web of life
Time’s sublimest target
You and I tonight

“Time is over”
The vulture screamed
At the setting sun.

Miles and miles
East of eternity
The largest fire

Long silent hours…
I chose this single star
The door of God

After great pain
Embarrassed –not afraid
I wear my wings

A report of land
Where the angels are:
Immortality

Only a breeze,
A caper in the trees:
Not tell its name

Not tell its name
You and I and the secret:
Immortality

At the full dew,
just as the dawn was red:
an aged bee

Their pretty lips
- The least push of joy-
thorn in my side

There is a pain:
His dateless dynasty
The former love

We came at flesh:
Eternity and time
frost upon the glass

Coin in the sand
My little craft was lost
I remember not

You and I tonight:
Starring at the mocking sky
the test of love

This is the place!
The only one way
Illocality

The way of dusk:
The begging for the life
A little madness

Their pretty lips…
Memory like melody.
The old desire

Dirks of melody
Old grounds of memory
Unsuspected things

GEORGE C. ANYFANTIS

(ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ)

Wednesday, March 19, 2008

Η ΚΕΡΗΘΡΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΕΩΣ


( Με τον τρόπο του Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ)

Πάνω σ' ουράνια βότσαλα
του έρωτα το ρυάκι θ' ακουστεί
και κάθε φύλλο που με ανιχνεύει
- αγκάθι κι έναστρη πληγή,
στην άλλη άκρη του ονείρου -
θα ζωγραφίζει το αχανές.
Στα δάση που άναψε η αφή
πυρακτωμένη ηχώ εξαφανίζει
τα ψιθυρίσματα του χορταριού.
Το άφθαρτο γεγονός παλινδρομεί
Σαν κρουστή επανάληψη στιγμής
κι' άνθος στο ρήγμα της εσπέρας.

ΙΙ

Του άλλου το ίχνος πάνω στο κορμί
Ορμόνη κι' αλμυρό χορτάρι θάλασσας.
Ω θαύμα ξαφνικών ιβίσκων!
Σφυρίζει σ' έναν αυλό σταχυού
σ' άγνωστα βαθουλώματα φιλιών,
άγριο το στόμα της επιθυμίας.
Το απερίγραπτο χέρι αυτής της στιγμής
που μ' έκλεισε όπως κάλυκας ανθοφορίας
κι' έσπειρε φωτεινά λιβάδια,
το ρίγος ανεβάζει στα χείλια
κι' εύκολα η μικρή αύρα με ζαλίζει.


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(Από τη συλλογή "ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ" )

Tuesday, March 18, 2008

ΝΗΔΥΜΟΣ ΥΠΝΟΣ (Χαι-κου)


Κλειστά βλέφαρα,
διψώντας για ουρανό:
Νήδυμος ύπνος
Λίγο πριν φέξει,
ο δρόμος των θαυμάτων,
ο ένδον κόσμος
Ηχούν καμπάνες
στην αμφίστομη μνήμη.
Χάλκινος ύπνος.
Ο άλλος ύπνος.
Ο δίχως όνειρα.
Αμετακλήτως
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Monday, March 17, 2008

ΤΟΣΟ ΓΥΜΝΟΣ ....

Τόσο γυμνός που ντρέπομαι τη μνήμη

Τόσο τυφλός που βλέπω την αλήθεια

Τόσο πιστός που απόμεινα μονάχος

Ορέστης Αλεξάκης "Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ"

Saturday, March 15, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΧΙΙ)


Τους νόμους άλλων καιρών
ακολουθώντας,
στερημένος από φως ,
με το φιλί της βροχής
στα παγωμένα χείλη,
έσκαψα τα σπλάχνα μου
να βρώ την Ποίηση,
την πηγή των θαυμάτων.
Χτυπώντας πηγάδι
με την πέτρα της μνήμης,
αφουγκράστηκα
τους βόγγους των αρρώστων,
τις κραυγές της οδύνης,
τους βραχνούς κρωγμούς,
τις υλακές των σκύλων,
τη φωνή του κεραυνού
στη δίνη των ανέμων,
τους ήχους των σημάντρων
τις πένθιμες καμπάνες,
τα μουγκρητά των μηχανών,
το στρίγγλισμα των φρένων,
τη θορυβώθη μέθη
και τέλος – κοντά στα χαράματα-
το λάλημα του πετεινού
λίγο πριν αρνηθώ
τον εαυτό μου.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ


Thursday, March 13, 2008

ΣΥΝΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ


Η μέρα πήρε φως και ξεθωριάζει
το ρόδινο σεντόνι της αυγής.
Υποκριτή Αδερφέ, βάρος της γης
τ’ αδύναμο το σώμα, που γεράζει.

Ποιο ξόρκι μαγικό μας ετοιμάζει
την ώρα της γαλήνης, της σιγής;
Τ’ αμάξι περιμένει. Μην αργείς.
Η μηχανή μουγκρίζει. Με τρομάζει

των ημερών να βλέπω τον καπνό
τη σκαλωσιά τ’ ανέμου ν’ ανεβαίνει.
Τ’ ονείρου μας ο δρόμος που πηγαίνει

στον ανοιχτό της τέχνης ουρανό
δεν είναι ό,τι ζητούσα και ζητούσες;
Στην κούνια μας εμοίραναν οι Μούσες!

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, March 12, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΧΙ)

Η νύχτα θα με βρίσκει
με δανεικά ψιμμύθια,
πυρπολημένους στίχους
στα ράκη της φωνής μου.
Τ’ ανείπωτα λόγια,
τα ξοδεμένα λόγια,
σβήνουν το πρόσωπό μου.
Γδύνομαι τα φτερά,
δρασκελίζω το χρόνο

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, March 11, 2008

ΟΙ ΑΜΦΙΣΗΜΕΣ ΛΕΞΕΙΣ



Διωγμένος απ’ τα μαντεία,
τρελός προφήτης,
σπορά της οργής,
γιος της Κασσάνδρας,
πώς να φωνάξω τη Μοίρα
δίχως αμφίσημες λέξεις;
Πώς να μιλήσω
για τη στάχτη του μέλλοντος
με τη φωτιά στα χείλη;
Φύλακας του Θεού,
τις μεταμορφώσεις του μηδενός
αρνήθηκα , αρνήθηκα
τη σφραγισμένη μνήμη.
Γελώντας στον αγέρα θα πω
τον τελευταίο μου μύθο:
Πριν με γκρεμίσουν – ασεβή-
από τις Φαιδριάδες .

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Thursday, March 06, 2008

XAI-KOY (........)

Όνομα νεκρής :
Βαραίνει το μολύβι
στο ψυχοχάρτι

Ρόδο της μνήμης.
Καίγεται το σκοτάδι,
κερί που λιώνει.

Ουκ έστιν ώδε!
Στην πέτρα των αγγέλων
το πικρό δάκρυ.

Γυρίζει μόνος.
Της θλίψης λυχναράκι,
κάφτρα τσιγάρου


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, March 05, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (Χ)

Πώς να μετρήσω
Τα φύλλα του φωτός Σου;
Ν’ αρνηθώ τη φωνή μου
στην άκρη της ερήμου;
Τη στερνή μετάληψη,
τον άρτο των ονείρων;
Ο μελλούμενος χρόνος μου,
χρόνος των χρονομέτρων.
Φωνές των πειρασμών,
καίγεται ο ουρανός.

Που είναι το τέλος;

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, March 04, 2008

ΑΦΙΕΡΩΣΗ






Τίποτε δεν είναι τόσο τραγικό , όσο η επιδίωξη κάποιου καλλιτεχνικού ιδανικού απο ανθρώπους που δεν έχουν ταλέντο


Somerset Maugham "OF HUMAN BONDAGE"

("Ανθρώπινη δουλεία" μετ. Γ. Λάμψα)

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΙΧ)


Οι μέρες μου φεύγουν,
βαθαίνει το σκοτάδι,
το σημάδι της πληγής
στο πέτρινο πρόσωπο.
Πέφτουν μήλα στον κήπο.
Ο νόμος της βαρύτητας,
αιμοβόρο γαύγισμα
στις αυλές του χρόνου
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Monday, March 03, 2008

ΜΑΤΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ



Η νοσταλγία μου κι ο έρωτάς μου
είναι , απόψε, στη θερμή τούτη νυχτιά,
γλυκιά σαν ευωδιά απ’ άνθη ξένα-
στη θέρμη της ζωής μας ξαγρυπνά.

Η νοσταλγία μου κι ο έρωτάς μου
κι όλη μου η τύχη κι η κακοτυχιά
σαν το βουβό τραγούδι είναι γραμμένα
στη θολή, παραμυθένια σου ματιά.

Η νοσταλγία μου κι ο έρωτάς μου
από τον κόσμο και το θόρυβο μακριά
στα σκοτεινά σου μάτια έχουνε κτίσει
βασιλικό ένα θρόνο , μυστικά .

Hermann Hesse

Απόδοση από τα Γερμανικά
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Sunday, March 02, 2008

ΤΡΙΑ ΜΕΤΡΑ ΓΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΣΦΑΛΤΟ

Πίσω πηγαίνετε,
στα δάση , στα βουνά,
στων παιδικών σας χρόνων
τα περβόλια!
Εκεί θρηνείστε
και μια για πάντα
στης μάνας σας την αγκαλιά
αποκοιμηθείτε
με τη ζωή που ζήσατε
αηδιασμένοι !

Αλλά δεν έχω εγώ βουνά,
που να με περιμένουν.
Η γη μου, το περβόλι μου,
άσφαλτος και της φάμπρικας αυλή.
Πέτρα και πίσσα,
τα καυσαέρια των δρόμων,
των μηχανών το ουρλιαχτό,
το στρίγγλισμα των φρένων.

Ρόδες περιστρεφόμενες
της νιότης μου τραγούδι
Ράγιες και σύρματα
του πόθου μου ταξίδια.

Των άστρων το τρεμόσβημα
πάνω από καμινάδες.
Σωροί μες σε θολά νερά
του κόσμου τα σκουπίδια.

Οι άλλοι πίσω γύρισαν.
Μα εγώ θα προχωρήσω .
Ο κόσμος είναι σπίτι μου
και μοίρα μου οι πόλεις.
Μόνο σαν θα πεθάνω εγώ
μια αξίνα θα μου δώσει
τρία μέτρα χωρίς άσφαλτο
- σα δώρο – από τη γη .


George Forestier
(μία από τις επινοημένες περσόνες που χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμά του ο Γερμανός ποιητής Karl Emerich Kraemer 1918-1987 )

Απόδοση από τα Γερμανικά
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Friday, February 29, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (VΙΙΙ)



(Auto Da fe)

Θα κάψω τα βιβλία μου,
τις τυπωμένες λέξεις,
τις αρχαίες φωνές π’ αλυχτούν
στα τρίστρατα του λόγου.
Μονάχος κι ολόγυμνος
με μια κλωστή από φως
στα δάχτυλά μου
ν ‘ ανεβώ στην πυρά,
να γίνω στάχτη,
γλώσσα του καπνού,
στον παγωμένον ουρανό
της λήθης.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Thursday, February 28, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (VΙΙ)


Περνώντας και φεύγοντας
αποστηθίζω το φως,
τους κρυστάλλινους ήχους
τ’ ανθισμένα κλαδιά,
τις λέξεις που καίγονται
στις προσευχές του κόσμου.
Γυμνός και ακίνητος
στη σινδόνη των στίχων.
Το νόμισμα στη γλώσσα
ψίθυροι της αγάπης .
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, February 27, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (VΙ)


Η μέρα χαμήλωνε.
Κρεμόταν απ’ τα φύλλα
ένα βαθύτερο φως.
Καθισμένος στις πέτρες
με τη σμίλη της μνήμης μου
σκάλιζα επιτύμβιες στήλες.
Πράγματα δίχως λέξεις
τα περιττά του κόσμου.
Με άκουγε το χώμα
μυρίζοντας άβυσσο…

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, February 20, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (V)


Στα φύλλα των ημερών
Σου γράφω τη λύπη μου
μ’ ένα κομμάτι νύχτας.
Το αίμα μου καίγεται
ψηλαφώντας τις λέξεις.
Αμέτρητες καμπάνες
κραυγάζουν τ’ όνομά Σου.
Μοίρασε την ελπίδα!
Λύτρωσε τη μοίρα μου!
Σβύσε τους στίχους!
Να στάξει φως ο ουρανός
στις κορυφές του κόσμου.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, February 19, 2008

ΦΙΝΑΛΕ



Το τελευταίο πιόνι σου θα πέσει.
Θριαμβικά των μαύρων η στρατιά
- δίδυμοι πύργοι , βασιλιάς στη μέση-
θα προχωρά μ' αγέρωχη ματιά.
----------
Το φως θα λιγοστεύει και θα σβήνει,
της ύπαρξης παιγνίδι και φωτιά.
Μοίρα τ' ανθρώπου: Πίκρα και οδύνη
πεσσών που επιστρέφουν στα κουτιά.


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(Από τη συλλογή "ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ" )

Thursday, February 14, 2008

(Κυπαρίσσι)


Είμαι το κυπαρίσσι
Στου γκρεμού την άκρη
Με πότιζε μια βρύση
Το κρυφό μου δάκρι

Στέρεψε το δάκρι
Στέρεψε κι η βρύση
Ξερό το κυπαρίσσι
Στου γκρεμού την άκρη


ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΗΣ (1871-1952)

Ο ΚΙΣΣΟΣ


Ο μαύρος κι άχαρος κισσός – τον πόνο του τρυγώ
και λέω και μες στα στήθια μου ριζώνει
και λέω κι είμαι το χάλασμα το ραγισμένο εγώ
που ο μαύρος κι άχαρος κισσός το περιζώνει.

Μυριόριζος, μυριόκλωνος – ο πόνος που πονώ,
στείρα ζωή βυζαίνει από τον τοίχο
και δεν του παίρνει πνέοντας γλυκά απ’ τον ουρανό
έναν η αύρα ή στεναγμόν ή χαράς ήχο.

Τους δρόμους του απόσωσε το Φως τους μακρινούς
ώρα και θάβγουνε τα νυχτοπούλια
και ρόδα η δύση απλόχερα σκορπά στους ουρανούς
και στων βουνών τις κορυφές σκορπάει ζεμπούλια.

Και φτάνουν στα φυλλώματα του πένθιμου κισσού
κοπαδιαστοί οι σπουργίτες να κουρνιάσουν
κι από τη μέθη της ζωής και του ήλιου του χρυσού
μες σ’ ατρικύμιστη αγκαλιά να ξαποστάσουν.

Και τα ξελαρυγγίσματα σκορπίζουν τα στερνά,
τρελλά, ως που ο ύπνος φτάνει και τα πνίγει ,
ενώ ως τις ρίζες του κισσού τις τρίσβαθες περνά
μια ανατριχίλα απ’ της ζωής τη μέθη ολίγη.

Φουντώνει η νύχτα κι έρχουνται τριγύρω μου μια μια
Κι όλες μαζί απ’ αλάργου αρμενισμένες
σκιών σκιές οι ανάμνησες, στην άχαρή μου ερμιά
να φέρουν ψεύτικια παρηγοριά οι θλιμένες

Μάταια! ζει ποτέ η ζωή μ’ ανάμνησες που ζεί,
που θα ξυπνήσει και μ’ αυτές θα γείρει,
ενώ ολοτρόγυρα βροντά η μέθη όλη μαζί
απ’ της ζωής που ζει το πανηγύρι;

Ο μαύρος κι άχαρος κισσός, τον πόνο του τρυγώ
και λέω και μες στα στήθια μου ριζώνει
και λέω κι είμαι το χάλασμα το ραγισμένο εγώ
που ο μαύρος κι άχαρος κισσός το περιζώνει.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ (1870-1942)

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΑΚΙ


Το πράσινο αδερφέ μου κυπαρίσσι
που στης αυλής εφύτεψες τη μέση
το μάτι μου θερμά, τώχει αγαπήσει
κι όλη η ψυχή μου απάνω του έχει πέσει.

Πέρσυ η λιγνή κορφή του είχε μπορέσει
στο μέτωπο απαλά να με φιλήσει
ψηλότερη είναι εφέτο, μ’ έχει αφήσει
και πάει κορώνα τ’ άστρα να φορέσει…

Κι όταν για μένα έρθη ο καιρός οπού όντας
παραδομένος άτολμα στα χρόνια
φιλί δε θα προσμένω ούτε και χάδι,

θα χωριστούμε πλέον μια μέρα αιώνια:
Εκειό θα πάη το φώς αποζητώντας
κι εγώ θα κατεβαίνω στο σκοτάδι
Στέφανος Δάφνης (1882-1947)

Wednesday, February 13, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΙV)




Ανάμεσα στους σταυρούς
μου ξέφυγεν ο χρόνος.
Η πλημμύρα των φύλλων
στο υγρό λιθόστρωτο
λικνίζει το σκοτάδι.
Βήματα στο χορτάρι,
παράπονο στα χείλη
η εσχάτη πλάνη,
το μέγα ψεύδος
της αθανασίας.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Monday, February 11, 2008

ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ Η ΜΥΓΔΑΛΙΑ


Του Γενάρη η μυγδαλιά
με το λουλουδένιο μπούστο
παίζει μες στην αντηλιά
και το χιόνι κάνει γούστο.

Πιο μικρή της γειτονιάς,
σ’ ασπροκόκκινες γιρλάντες
την εσάλευε ο χιονιάς
τα πουλάκια από τις μπάντες

Κι η μαργιόλα η μυγδαλιά
παιγνιδιάρα κι όλο νάζι
να τους πλέξει τη φωλιά
τ’ άσπρο πούπουλο τινάζει

Κι ήταν μια τρελή χαρά
που φτερούγιζαν τα κλώνια
και που ανθίζαν τα φτερά
φως, πουλιά, λουλούδια , χιόνια,

που ούτε τόνιωσα το πώς
στην ψυχή μου είχαν ριζώσει
τα πουλάκια, ένας σκοπός,
και το χιόνι, ολόασπρη στρώση.

Κι έλεα νάχα μια καρδιά
σαν πουλάκι να τη στείλω
στα ολοκέντιστα κλαδιά
να μού φέρει ανθάκι, φύλλο.
Κι έλεα νάχα την κρυφή
της αυγής κι εγώ την τέχνη
που στεφάνι στην κορφή
το ηλιοφώς, χρυσό, της πλέχνει.

Κι έλεα νάμουν ο χιονιάς
Πες και πες και λίγο λίγο
τη μικρή της γειτονιάς
να την πάρω και να φύγω
Αθανάσιος Κυριαζής
(1888-1950)

ΜΙΜΗΣΗ


( ΧΑΡΙΣΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Γ. ΔΡΟΣΙΝΗ)

Κάτου από μιαν αμυγδαλιά λευκή
πούχε τα χρώματα όλα του Γενάρη
θελήσαμε κι οι δύο περαστικοί
ένα κλαρί καθένας μας να πάρει

Είταν , εκείνη , τόσο ιδανική
κι ανατινάχτηκε με τέτοια χάρη
για να το σώσει, που με μιας εκεί
ασπρίσαν τα μαλλάκια της κι εχάρη….

Τα μπουμπουκάκια επέφτανε χαλάζι
- Σα τόκοψε να το σφιχταγκαλιάσει –
κι έτσι ανθοστόλιστη, είχε αναγαλλιάσει

Χωρίς την πικρομήνυτη χιονιά
που την ψυχή μας κάνει να δειλιάζει
η ξέγνοιαστη να νοιώσει , ομορφονιά…

Θέμος Αμούργης

(που να τον ανακαλύψουν τα φιλολογάκια...)

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ


Της γέρικης ελιάς αναταράζει
τη φυλλωσιά και τους ιστούς της λυώνει
σε φως , τα ασημοκαμωμένο χιόνι
καθώς , ηλιοπερίχυτο , σταλάζει.

Τώρα …. της γερατιάς της το μαράζι
οι πόθοι , οι ελπίδες της κι οι πόνοι
ως τα ασπροφύλλωμα , νυφούλα, απλώνει
μια ανάσταση αγροικά κι αναγαλλιάζει.

Και στην ψυχή της μέσα, απ’ όσα κλείνει
κάποιο όνειρο εζωντάνεψε, αναδίνει
και την γητεύει , τώρα , πλανερά

Έτσι έχουνε ψυχή μου και σε μένα
τα σάβανα παρόμοια ετοιμασμένα
κι ακόμα σύ πιστεύεις στη χαρά…

Θέμος Αμούργης


Μην ψάχνετε τον ποιητή. Δεν τον έχει το Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πατάκη

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΙΙΙ)




Συχνά παραμιλώντας
ο μεθυσμένος άνεμος
-μισθοφόρος της νύχτας-
ψελλίζει ονόματα,
αναρίθμητες λέξεις.
Φωτίζεται το χώμα.
Τρελό πουλί της μνήμης
βυθίζει το ράμφος του
στις σχισμές των ουρανών.
Χάνονται οι λυγμοί .
Η λύπη μου σαρκάζει…
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Sunday, February 10, 2008

ΕΛΙΑ


Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι
γέρικη ελιά , που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα νάθελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας , ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτική βοή που κάνουν
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν.
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
Κι άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.
ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ


Στη δημοσιά, στη πέτρα πλάι εκείνη
το δέντρο που θωρείς μοναχικό
ξεράθηκε από τότε που έχει γίνει
στη ρίζα του, μια νύχτα, φονικό.

Σαράντα καλοκαίρια που δεν δίνει
στον πεζοδρόμον ίσκιο και καρπό.
Κι ειν’ ο κορμός του στέρφος που έχει μείνει
σα φίδι μαυροκέφαλο κι’ ορθό.

Στα κλαριά του ,λένε, δεν κουρνιάζει
πουλάκι διαβατάρικο ή τζιτζίκι.
Και κάποτε, που η νύχτα το σκεπάζει

φωνή απ’ την κουφάλα του αναδίνει,
κράζει τα κλαδιά, μιλεί, κι ω φρίκη,
- Δικαιοσύνη, λέει, δικαιοσύνη.

Αιμιλία Δάφνη

Saturday, February 09, 2008

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ




Τίνος χέρι να σ’ έσπειρε, ποια ώρα
λατρεμού; Συλλογιέσαι; Κοιμάσαι;
Από ποιού χρυσόνειρου τη χώρα
δέντρο , κρίνο, όραμα ήρθες: Τι να σαι;

Βλέποντάς σε γαλήνεψε η μπόρα,
σου μηνάει κ’ η Σελήνη: - Άστρο μου, άσε
να συρθώ προς εσέ μυροφόρα
η χλωμή σου αδερφή. Με θυμάσαι;

Κι αν η ρίζα σε δένη, η θωριά σου
πως είν’ έτοιμη ανάερη να φύγη;
Κι’ αν πετούμενο πού τα φτερά σου;

Του προφήτη η ματιά σε ξανοίγει
με αναστάσιμου αγγέλου το σχήμα
να κυλάς το λιθάρι απ’ το μνήμα.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

(Από τη συλλογή "ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΙΡΑ")

Friday, February 08, 2008

ΑΠΟΚΑΡΑΔΟΚΙΑ


Στα φύλλα με τις λέξεις να κρυφτώ,
πάλι τυφλή και μαύρη νυχτερίδα.
Σωπαίνουν τα πουλιά στην καταιγίδα.
Κλάμα τ’ ανέμου ….Παραμιλητό.

Ποιος έκαψε της μοίρας το γραφτό;
Ποιος έσπασε την έβδομη σφραγίδα;
Δεν έμεινε στη γη μια προσωπίδα
να κρύψει της αράχνης τον ιστό;

Ω! Μίλα των ονείρων μου πηγή!
Το μαραμένο πότισε στεφάνι!

- Αίνιγμα με των στίχων την κραυγή
και χόρτο που προσμένεις το δρεπάνι:
Θα δεις στους φωτοκήπους την αυγή
τον άγγελο, που ξέχασες, να φτάνει.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Thursday, February 07, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΙΙ)


Άφησε με να φέγγω!
Συλλαβή τη συλλαβή
τραυλίζουν τα χείλη μου
τ’ όνομά Σου.
Ο μανδύας του φόβου,
οι θερισμένες μέρες
πνίγουν την κραυγή.
Στου ποταμού το μάκρος
το μόνο μήνυμα
στάχτες της μνήμης



ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, February 06, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (Ι)


Στα χείλη της αυγής
απλώνει τις φτερούγες του
συμπαίκτης του θανάτου.
Σαλεύουν οι κουρτίνες,
σπάζουν οι λέξεις…
Μήτρα του μηδενός
το σωπασμένο στόμα.
Στη σαρκοφάγο του χρόνου
χτυπά την πέτρα
ο ψίθυρος του Πειρασμού:
«Ποιος είναι ο δρόμος ;»


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

ΘΑΛΑΜΟΦΥΛΑΚΑΣ



Νυχτωμένες εικόνες,
στολές νεοσυλλέκτων
σε βραδινούς θαλάμους.
Ψηλαφώ το σκοτάδι,
τις πύλες του ερέβους
στην τεταγμένη οδό
του παγωμένου χρόνου.
Στις πέτρινες σαρκοφάγους
της σιγής και της λύπης
εγώ κι Εκείνος,
μόνοι, ξαγρυπνούμε.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, February 05, 2008

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Χ



Πιστεύει στην τέλεια Τέχνη,
τα ήπατά του αναβλύζουν πύον δροσερόν
και από αναγνώσματα μηδέν
καθότι μια ζωή αποτοξινώνεται απ’ το Τίποτα
(κάποιας αυτεπαγγέλτως περιπλόκου ψυχής).
Σε κάποιο μεγάλο κατήφορο
συναντήθηκαν τα σφικτά μας πηγούνια .
Ορισμένες φορές έχει ορμή,
Ιδρώνει κυνηγημένος
απ’ την κακεντρέχεια των βλοσυρών μας παιδιών.
Τα γεφύρια περνά,
τίποτα δεν του αρέσει
με σφικτές τις παλάμες ίσως
να υμνεί τα Ιεροσόλυμα.
Έχει αναλυθεί
φορές πολλές
με παρελθόν κομματιασμένο
-να ξέρετε πως κάποτε
όλα τα μακρόσυρτα μυστικά θα σας κυνηγήσουν-
από κάποιους αμφίβολους αγίους
που στριμωχτοί μέσα στο πούσι της νύχτας
του απόδωσαν όλα – μα όλα τα κρίματά του.
Αριστεριστής της τέχνης
στριφογυρνά το μακρύ του νύχι
στις πληγές των συντρόφων
με ώρες κενές και χαμόγελο ρώσου καλογέρου
Θα νικήσει ίσως η ψυχή που δε βολεύεται
παρ’ όλα τα κρίματά της.
Θα ιχνογραφήσει το χάος.

Πρόδρομος Προδρόμου
«ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ» (εκδόσεις Στοχαστής)

ΑΓΟΝΗ ΩΡΑ



Είμαι τόσο μοναχός…
Σχεδόν φτωχός
Τρέχουνε τα δάκρυά μου,
κόμποι χάμου.
Μπρός μου εν’ άστρο τρεμοπαίζει
κερωμένο στο τραπέζι.
Πλάθω ένα δειλό τραγούδι
Απαλό , λεπτό σαν χνούδι.
Μ’ έχουνε μ’ αυτό γελάσει
κι είμαι ολόμονος στην πλάση.

Arpad Toth (1886-1928)
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΟΥΓΓΡΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ( αποδ. Κ. Ασημακόπουλος)

Ο ΑΝΥΠΟΜΟΝΟΣ



Το ανήσυχο σαν κινητήρας
τουρκάκι
Στον υπόγειο της Φρανκφούρτης
που όλη την ώρα πρέπει να χτυπά το τζάμι
στο σκοτάδι έξω απ’ το παράθυρο
αν και ξέρει
ότι η πόρτα δεν πρόκειται ν’ ανοίξει
παρά μόνο στην επόμενη στάση.
Τι θέλει; Είναι εγώ ;

Lars Gustaffson

«ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΣΟΥΗΔΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ» (απόδ. Βασ. Παπαγεωργίου)

ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΠΑΚΙ ΤΟΥ ΘΡΑΝΙΟΥ




Το ίδιο όνειρο απόψε πάλι:
Κάθομαι σ’ ένα παλιό θρανίο
διανθισμένο με πρόστυχες χαραγματιές.
Ο καθηγητής ζητά να του δείξω τι έγραψα.
Θέλει να το διαβάσει για να με βαθμολογήσει.
Είμαι αρκετά καλός στα σουηδικά. Στο θρανίο βρίσκονται
δύο ποιητικές συλλογές , πολλές παρουσιάσεις βιβλίων
ακαδημαικές εκθέσεις, δύο φιλόδοξα δοκίμια,
γράμματα ημερολόγια και κασέτες με γραμμένα τραγούδια.
Ένα κρύο άρωμα από υγρή πέτρα και βρύα
με κτυπά όταν σηκώνω το καπάκι του θρανίου
για να βγάλω και να δείξω τι αξίζω.
Σπασμωδικά μαζεύομαι πάνω από το ανοιχτό θρανίο.
Βλέπω κάτω σ’ ένα παλιό ξεχασμένο πηγάδι. Μαύρο νερό.

Tommy Olofsson
«ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΣΟΥΗΔΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ» (απόδ. Βασ. Παπαγεωργίου)





























Wednesday, January 02, 2008

ΤΟΥΡΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

Την ώρα που φυσούσε μ' όλη τη δύναμη του στέρνου του
κι έσβυνε , όλα με μιας , και τα τριάντα τρία κεριά
κι οι άλλοι , ανύποπτοι, τσούγκριζαν τα ποτήρια τους
και τον χειροκροτούσαν -
πως μπήκε εκεί, πώς τρύπωσε μες στο μυαλό του,
-αχ πως δεν επρονόησε να φράξει τις ρωγμές,
τις επικίνδυνες απατηλές ρωγμές του εγκεφάλου-
πως παρεισέφρυσε παρείσακτη η σκέψη,
και εξογκώθηκε ραγδαία σαν τον καρκίνο,
επίμονη, αδηφάγος, μοχθηρή,
πως να,
έτσι περίπου,
σαν με ένα φύσημα
έσβησαν και χαθήκανε τα τριάντα τρία του χρόνια
κι ανάμεσά τους τα καλύτερη και τα μοναδικά

Ανέστης Ευαγγέλου

ΜΑΝΤΙΚΗ

Βαλαντωμένη τουρκογύφτισσα του δρόμου,
τί θες; να ξαναειπώ τα που πες και ξανάπες:
Οχτρό δεν ξέρω εγώ. Δε γνοιάζομαι για αγάπες.
Κι άλλον για θάνατο δεν έχω πιά εδικό μου.

Με καταράστηκες, καταραμένη να' σαι
σκληρή που περιφρόνησα τη μαντική σου;
Σα βόλια σφύριξες δυό λόγια - για θυμήσου:
"Ίσκιος θα σ' αφανίση. Ανθρώπου μή φοβάσαι"

Τέλλος Άγρας

Friday, December 14, 2007

ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΙ

Έπρεπε λοιπόν να φτάσεις στο Παρίσι , Καίσαρ, για να δεις τους μαύρους μαντατοφόρους, νάρχονται μια μέρα βροχερή... Πως να παρέλθει από τα χείλη σου το ποτήριον τούτο; Τα τυφλά χτυπήματα της μοίρας, σταλμένα σαν απο οργή Θεού. Μάταια καλείς μάρτυρες τα γραφτά και τη μοναξιά σου... Δε μεταφράζεται , δεν αποδίδεται η κραυγή σου...

Thursday, December 13, 2007

ΤΗΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΑΣ (1)

Δικηγορικό; Ναι, ναι, ο άνθρωπος του νόμου. Δεν είναι ύφος εντελώς αγράμματου, ούτε και ύφος πολύ γραμματισμένου. Είναι το ύφος του εμπορευομένου

Φ. Ντοστογιέβσκη "ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ"

Wednesday, December 12, 2007

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΟΙΡΑΣΙΑ

"Στων αδερφών τη μοιρασιά
μου εδόθη ο κλήρος ο λειψός"
Οδ. Ελύτης

Ποιός μας μετρά μ' απάτης ζυγαριά;
Ποιός κόβει το ψωμί σ' άνισα μέρη;
Τα νέφη , που μας κρύβουνε τ' αστέρι,
ποιός άνεμος τα μάζεψε - βαριά;

Την κάλπικη, την πρόστυχη ζαριά
του άρχοντα την έριξε το χέρι.
Του εμπόρου το περίπλοκο τεφτέρι
μας γράφει στ' οφειλέτη τη μεριά.

Και μόνο μια κρυφή παρηγοριά
-λιώνοντας την ανθρώπινη σκουριά-
στα μάτια μας χαρίζει τη δροσιά.

Πως θα 'ναι το αιώνιο , δίκαιο χέρι,
που θα κρατά τ' αλύγιστο μαχαίρι
για τη μεγάλη, τελευταία μοιρασιά.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(Από τη συλλογή "ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ")

Sunday, December 02, 2007

ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΠΟΥΛΙΩΝ

Τελειώνει η μέρα.
Γνωρίζω τί έχω χάσει.
Κραυγάζει μέσα μου
χιλιάδες σκοτεινούς χρησμούς
το παρελθόν που επελαύνει.
Τρίζουν εικόνες,
με κυκλώνουν
οι δείχτες του ρολογιού
πεινασμένοι λύκοι.
Ακούω τη φωνή σου, ποιητή:
"Εγώ, κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω"

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, November 28, 2007

ΟΜΟΡΦΙΑ

Πάνω στα παιδικά μου χρόνια
είχες απλώσει τις φτερούγες σου...
Πράσινες γειτονιές και χρυσές
γραμμές των οριζόντων.
Στην έσχατην όχθη τ' ουρανού
κρύβεσαι τώρα,
πατρίδα της νοσταλγίας μου.

Sunday, October 21, 2007

ΓΙΑΤΙ ;



Η μικρή αυτή λεξούλα το "γιατί", απλώνεται σ' όλο το σύμπαν από τότε που γεννήθηκε ο κόσμος. Κάθε στιγμή, όλη η φύση φωνάζει στο δημιουργό της "γιατί;" και, εφτά χιλιάδες χρόνια τώρα, μάταια περιμένει μιαν απάντηση.

Φιοντόρ Ντοστογιέβσκι (από το έργο του "Οι Δαιμονισμένοι" - μετ. Σωτ. Πατατζή)

Saturday, October 20, 2007

ΑΧΤΕΝΙΣΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ



Από το βιβλίο "ΑΧΤΕΝΙΣΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ" του Πολωνού ποιητή Stanislaw Lec (1909-1966) . Κυκλοφορεί στα Ελληνικά από τις εκδόσεις Στιγμή σε μετάφραση Αφρ. Κολλάρου

* Το πρόσωπο του εχθρού με τρομάζει , γιατί βλέπω πόσο πολύ μοιάζει με το δικό μου

* Όταν οι φήμες παλιώνουν γίνονται μύθος

* Η στιγμή που αντελήφθη πως ήταν ατάλαντος ήταν μια πνευματική αναλαμπή

* Μοναξιά, πόσο πυκνοκατοικημένη είσαι;

* Να αγαπάτε τους εχθρούς σας, ίσως αυτό να κάνει κακό στην καλή τους φήμη

* Οι μελλοντικοί Δαρβίνοι θα διατυπώσουν ίσως τη θέση οτι τα πιό ανεπτυγμένα όντα (στα οποία θα συγκαταλέγονται αυτοί) κατάγονται από τους ανθρώπους.

* Ακόμα και το κτήνος σκέφτεται. Μέσα στον άνθρωπο.

* Ένας πραγματικός εχθρός δεν σε εγκαταλείπει ποτέ .

* Δεν συμφωνώ με τα μαθηματικά. Πιστεύω οτι το άθροισμα των μηδενικών είναι ένας επικίνδυνος αριθμός

* Την ελευθερία των σκλάβων την μετράει κανείς με το μήκος των αλυσίδων τους.

Friday, October 19, 2007

ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ

Παλάτι μαρμαρόχτιστο, ποιος ξέρει
πόσοι τεχνίτες έσκυψαν για σένα,
πόσα φτωχά χεράκια ματωμένα
πέτρες για τα θεμέλια σου έχουν φέρει.

Απ’ τα’ ορφανό της εργατιάς ασκέρι
πόσα κορμάκια τάχα πεινασμένα
εδούλεψαν απάνω σου σκυμμένα
δίχως να φαν ψωμί το μεσημέρι

-Και πόσα μαύρα δάκρυα νάχουν στάξει
απ’ τα θολά ματάκια σου στη γη σου
Αν γίνονταν μια μέρα – συλλογίσου-

Αν γίνονταν ποτάμια θυμωμένα
πόσα παλάτια θα είταν γκρεμισμένα
πόσα παλάτια θα χανε ρημάξει

ΚΟΥΡΗΣ ΚΟΥΡΑΚΟΣ Μ.
«Σπονδές» 1925


Με το ψευδώνυμο Κουρής Κουράκος Μ. δημοσίευσε το 1925 την ποιητική συλλογή "Σπονδές" , ο μετέπειτα Πρόεδρος του Αρείου Πάγου (1963-1968) και υπηρεσιακός πρωθυπουργός (1963) Στυλιανός Μαυρομιχάλης (1902-1981)

Tuesday, October 02, 2007

AMHN


- Πάει , τέλειωσε.
- Τι τέλειωσε; Όχι!
- Είναι πέρα για πέρα αληθινό. Μοχθήσαμε να σπείρουμε για τις μέρες του θερισμού. Τώρα το τριφύλλι μαζεύτηκε, χλωρό, και το στάρι , σωροί στης αποθήκες, όπως πρέπει. Πάει τέλειωσε…
- Τι τέλειωσε; Πολλά τελειώνουν , γνωστά και άγνωστα. Οι ζωές τελειώνουν. Ο χρόνος λογιστεύει. Έμεινε άσπαρτο και χέρσο το χωράφι. Αυτά τα μπουμπούκια δε θ ανθίσουν ποτέ…
- Αρκεί!
- Τι αρκεί;
- Όλες οι ανάγκες λογαριάστηκαν σωστά. Η άνοιξη θ' ανθίσει εκεί που τώρα είναι πάγος. Τα ρόδα θα στολίσουν το φράχτη, κι ο βιαστικός ήλιος θα λάμπει φωτεινός κι η τελευταία πνοή απαλά θα φυσάει , κι ο κήπος μου θα χορταριάζει…

(πάνω στο ομώνυμο ποίημα της Christina Rossetti)

Tuesday, September 25, 2007

ΡΕΣΙΤΑΛ

Της Φρόσως ο λεγάμενος, ο ράθυμος Τζωρτζής,
Ντερβίσης ή προφέσορας, ή τζες , ή χιμπατζής,
πούχε ντεπόζιτο καρδιά,
συχνά κάθε που αφίνονταν μονάχος στους καημούς του
ένα σκοπό μολόγαγε, που λες, για χάρη γούστου
με κομπολόι συνοδιά.
Τσικ, τσικ, τσικ, κι η τρεμάμενη βραχνάδα της θαμπής
φωνής του, στο βελούδινο αντηχούσε της νυχτιάς
κι αν πεις και για τις νότες τις ψηλές – ξεφάντωμα ερωτιάς-
ξεσπούσαν σ’ ένα σέρτικο σεβντά νοσταλγικόν
ως σκαρφαλώναν στις Κεράς του το μπαλκόνι,
που χε τη γλάστρα διαπασών
με το βασιλικό για να τον μαραζώνει.
Κι ώρες γλυκοπικράμενος απόμνεσκ’ επειδή
Καρτέρα να τη δει
Να ξεπροβάλει στου παράθυρου την άκρη.
Και τόπνιγε σαν τούρχονταν στα μάτια του το δάκρυ,
Γιατί δεν κλαίν οι άντρες,
Τσικ, τσικ, μον’ άκουες ρυθμικά, σιγά να κλαίν οι χάντρες.

ΝΤΙΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ
(περιοδικό ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ τεύχος 17
15/10/1948)

Saturday, September 22, 2007

ΡΟΔΙΝΑ ΝΕΦΗ (Χαι-κου)


Ρόδινα νέφη.
Ύμνος ασυλλάβιστος
στο φως της αυγής
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Friday, September 14, 2007

ΙΕΡΗ ΜΝΗΜΗ

Στη μνήμη σου μάνα - έξι χρόνια τώρα....


Η ΠΥΛΗ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Βουίζει βραδινός στο παραθύρι
άνεμος του Δεκέμβρη παγερός.
Γνώριμο του θανάτου πανηγύρι
των πεθαμένων φύλλων ο χορός.
----------
Πρόσωπο που χάνεται στο τζάμι
και βαθύς , αγιάτρευτος καημός.
Δάκρυ στων ειδώλων το ποτάμι
της βροχής οδύνη και θυμός..
----------
Λέξεις που παγώνουνε στα χείλη
- μάνα μου- και μένω σιωπηλός.
Στέκεις στων ονείρων μου την πύλη
τώρα που σε σκέπασε πηλός…


ΦΥΣΑΕΙ

Μες στα σκοτάδια κι' η μορφή σου
που έχει για πάντα σκεπαστεί ,
- τυφλός στη πύλη της αβύσσου
γερτός στη μαύρη κουπαστή -

μάνα , μια μνήμη που δαγκώνει,
σκιά στην άδεια τη γωνιά …
Κι' είμαι το δέντρο που παγώνει
γυμνό, στου χρόνου το χιονιά.

Μάνα, φυσάει σ' αυτό τ' αστέρι…
Τρέμω …Ποιο μάτι να με δει;
Γιατί δε μου κρατάς το χέρι
σαν τότε που ήμουνα παιδί;

ΣΙΓΗ

Στη σκόνη που σκεπάζει τη σιγή ,
στον παγωμένο χρόνο που ραγίζει
του σκοταδιού το χέρι να μ' αγγίζει,
να αιμορραγεί της μνήμης η πληγή.
---------------
Τρέμοντας στων ονείρων τη φυγή
το γυμνωμένο δέντρο να λυγίζει
και στο μηδέν να στέκουν οι ζυγοί
της μοίρας της αμείλικτης που ορίζει.
---------------
Και να ΄σαι μακρινή, μισοσβησμένη
γραφή πάνω στην άμμο ξεχασμένη
κι΄ αίνιγμα που κανένας δε θα λύσει ,
---------------
Μάνα μου, μια λύπη που σωπαίνει,
γιατί ΄ναι μάταιο, μάταιο να μιλήσει…
Ποιος για μας το λίθο θα κυλήσει;


ΠΙΚΡΟΕΤΗΣ

Σύντομες μέρες , σύντομα τα χρόνια…
Τα φύλλα με το φόβο του χειμώνα
κιτρίνισαν . Τρομάξανε τ' αηδόνια
κι ερημωμένα τα κλαδιά και μόνα.
----------------
Και στο θολό καθρέφτη μια μορφή
μελαγχολεί. Συνέχεια μεγαλώνει.
Κι΄ η μνήμη σου , το τελευταίο καρφί
σ΄ ένα λευκό σταυρό με προσηλώνει.
-----------------
Γερνώ και σπέρνω λέξεις στο κενό,
διψώ για της μητέρας το φιλί
που ράγισε το μαύρον ουρανό…
Ποιόν αλυχτά τ΄ αδέσποτο σκυλί ;


Η ΞΕΝΗ

“ Es ist die Seele ein Fremdes auf Erden"
Georg Trakl

Θυμάται τ΄ άλλο φως και νοσταλγεί
μια θάλασσα π΄ ασάλευτη νυχτώνει.
Το γιασεμί το δρόμο της μυρώνει
ριγώντας στων ωρών την αλλαγή.
------------
Και των αγρών την ήρεμη σιγή
τ΄ ακούραστο ραγίζει το τριζόνι.
Καθρέφτης μυστικός εξομοιώνει
με τα φτερά της μνήμης την πληγή.
-------------
Το μάρμαρο χαιδεύει κι΄ επιμένει
τη σάρκα να γυρεύει τη φθαρμένη,
το χάδι μιας ατέλειωτης στοργής,
-------------
και σκύβει μοναχή και φοβισμένη
τον ψίθυρο ν’ ακούσει της πηγής:
"Είν’ η ψυχή μια ξένη επί γης"


NEKYIA

Κήπος του ονείρου.
Ο ήλιος βούλιαζε
και στα φύλλα της μηλιάς
γλιστρούσεν η σκιά μου,
πρόσταγμα σιωπής
στων τζιτζικιών την τάξη.
Στο μικρό αυλάκι
έρμαιο το φύλλο της ελιάς
κι ο Οδυσσέας των μυρμηγκιών
για τη νήσο των μακαρίων.
Κάπνιζε ακόμα το τζάκι μας...
Όλο μου το αίμα
κι όλα μου τα δάκρυα
πλημμύριζαν τους λάκκους.
Κι εσύ έπινες,
έπινες αχόρταγα ,μάνα μου,
και δε με γνώριζες


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, September 12, 2007

Η ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ

Να είμαι ποιητής δεν είναι φιλοδοξία δική μου.
Είναι δικός μου τρόπος να 'μαι μόνος

Τέτοια είναι η μοίρα των στίχων.
Τους έγραψα κι οφείλω σ' όλους να τους επιδείξω
γιατί τ' αντίθετο δεν μπορώ να κάμω,
όπως το λουλούδι δεν μπορεί το χρώμα να κρύψει,
μήτε το ποτάμι να κρύψει πως τρέχει
μήτε το δέντρο να κρύψει πως δίνει καρπό

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ
(από τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΜΠΕΡΤΟ ΚΑΕΪΡΟ μετ. Φ. Δρακονταειδής)


Tuesday, September 11, 2007

ΚΑΚΟΣ;

Αφιερωμένο εξαιρετικά...

Κακός; Μακάρι να είσουνα. Κάτι χειρότερο είσαι.
Απλωσες χέρι ανάξιο στη λύρα την ιερή,
και πήρεν όχλος άμαθος το πεζοδρόμιο τρίκλισμα
για το τραγούδι το χρυσόφτερο. Κι εσύ
θρονιάστηκες αστόχαστος παράπλευρα στον Ποιητή,
και μήτε βρέθηκε κανείς να σε τραβήξη, κοίτα!
Κι όμως αντί να σε καταφρονέση ο δίκαιος, ωργίστηκε.
Όμως μια δόξα είναι για σε του στίχου του η σαϊτα!

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ "Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ" (Εκατό φωνές -18)

(επειδή χρειάζεται η προσφυγή στους παλιούς για να καταλάβει "το ανθρωπάκι")

Thursday, September 06, 2007

ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ (Χαι-Κου)

Ι

Ντυμένη με φως.
Ακίνητη στο βράχο
Οφθαλμαπάτη

ΙΙ

Γεμάτος θλίψη
ο ξεχασμένος φάρος
φεγγοβολούσε


ΙΙΙ

Λευκά στους βράχους
Ακροβατούν της μνήμης:
Θαλασσοπούλια

IV

Όνειρο βαθύ:
Μεταξωτό πέλαγος
Πέρα στη δύση

V

Στην υγρήν άμμο
Το κέλυφος του χρόνου
Λησμονημένο

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Friday, August 24, 2007

Η ΦΤΗΝΗ ΠΡΟΙΚΑ

Τα όνειρα ειν΄η προίκα η φτηνή.
Μας κάνουν πλούσιους για μιαν ώρα
κι έπειτα φτωχούς, μέσα στη μπόρα,
κι έξω απ' την πορφυρή σκηνή
μας ρίχνουν στης αυλής την ατσαλιά
πριν να γευτούμε μήτε μιά σταλιά...

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(πάνω σε ποίημα της Emily...)

Tuesday, August 21, 2007

An Evening Sky (Hai-Ku)

An evening sky:
The woods were painted
the mystic green

George Ch. Anyfantis

(from Hai-Ku on Emily Dickinson)

Wednesday, August 01, 2007

THE SUMMER HILL (Hai-Ku)

From the summer hill,
-in a more golden light-
a little forest

George Gh. Anyfantis

(from Hai-ku on Emily Dickinson)

Tuesday, July 31, 2007

ΑΘΑΝΑΣΙΑ (Χαι-κου)

Τρέμω σαν πουλί.
Στα χείλη λέξη- βάρος:
Αθανασία

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Η σαφώς κατώτερη εκδοχή "ελληνική" εκδοχή του προηγουμένου χαι-κου

IMMORTALITY (hai-ku)

Timid as a bird.
My lips just hold the name:
Immortality

George Ch. Anyfantis

(from Hai-Ku on Emily Dickinson)

Monday, July 23, 2007

ΛΑΜΠΙΟΝΙΑ (ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ)

Ζεστά , μέσα στη σκοτεινή του περβολιού δροσιά
λικνίζονται πολύχρωμα λαμπιόνια στη σειρά.
Και στέλνουν απο την πυκνή των δέντρων φυλλωσιά
τη λάμψη τους την απαλή , γεμάτη μυστικά.

Το ένα τους , χαμογελά σα φωτεινό λεμόνι,
το κόκκινο και το λευκό γελάνε δυνατά,
κι ένα γαλάζιο φαίνεται να μένει, να σιμώνει
σαν το φεγγάρι και σαν πνεύμα στα κλαδιά.

Και ξαφνικά σε κάποιο τους οι φλόγες ανεβαίνουν.
Τινάζεται προς τα ψηλά και καίγεται μ' ορμή...
Τ' αδέρφια του στα σιωπηλά τρέμουν όλα μαζί.
Χαμογελούν, το θάνατο προσμένουν:
το κίτρινο, το μπλάβο και το βαθύ το κρεμεζί.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(πάνω στο ποίημα του H.Hesse "Lampions in der Sommernacht")



Sunday, July 22, 2007

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟΤΗΤΑ

Είμαι της φαμίλιας η μορφή. Η σάρκα φθείρεται, μα εγώ επιζώ. Σχεδιάζω ίχνος και γραμμή, γοργά, μες απ' τα χρόνια, πηδώντας απο τόπο σε τόπο, πάνω απ' τη λήθη. Το κληρονομικό χαρακτηριστικό, σε σχήμα, μάτι και φωνή. Περιφρονώντας τη φυλακή της ανθρώπινης στιγμής. Είμαι το αιώνιο πράγμα σ' αυτόν που τρέμει, μήπως στο θάνατο κληθεί...

Γ.Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(από το ποίημα του Thomas Hardy Heredity)

Wednesday, July 18, 2007

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑ

Ήμουν εγώ που ασκήτευα στην έρημο του πόθου
τρέφοντας με τον πλανερό της μοναξιάς λωτό
και με το μέλι τ' άγριο του λογισμού του νόθου
το νου μου, που κρυβότανε σε τάφο θολωτό.
Κι έτρεμα μην ο ψίθυρος χαλάσει τη σιγή μου.
Το φως της μέρας φάνταζε κακό, δαιμονικό.
Μόνο τις νύχτες τ' άλογο καβάλαγε η ψυχή μου
κι ανέβαινε με τ' άσπρα του φτερά σε μαγικό
παράδεισο, που πνίγεται σ' αθέριστο χορτάρι,
και δεν τη λέκιαζε μηδέ σκιά περιστεριού.
Κι αναριγούσε μου η ψυχή θωρώντας το φεγγάρι
πεφτάστρια να το κυνηγούν σε μιά πνοή αγεριού.
Μα συ δεν ήσουν λάμπισμα στη νύχτα, του κομήτη
που γοργοσβήνει σ' άφωτο του σύμπαντος βυθό.
Κρυφός δεν ήρθες πειρασμός σε σκήτη ερημίτη,
δεν είχε τίποτα σκληρό, για να σε φοβηθώ.
Κρατούσες στ' ακροδάχτυλα το κρίνο του έρωτά σου
και στην ακούραστη καρδιά χρυσοπουλί τρανό
κι έσκυψα και σ' ανέβασα στη ράχη του Πηγάσου
για να πετάξουμε μαζί στον έβδομο ουρανό.
Για συντροφιά ξεκίνησε το σύννεφο ξανθό,
στα ξωτικά πετάγματα στα βάθη του αιθέρα,
μα ' γω σκεφτόμουν βέβηλα τον επουράνιο ανθό
να κλέψω για στολίδι μου στην αιωνία μέρα.
Να' τανε τάχα του Θεού ή ενός δαιμόνου χέρι
που τίναξε στο δρόμο μας τον άγριο κεραυνό
και τ' άλογο πισώστρεψε κι απ' το λαμπρό αστέρι
γκρεμίστηκε βουλιάζοντας σε χάος σκοτεινό;
Πέφταμε...Γύρω σαν τρελά φαντάσματα οι μέρες
ουρλιάζαν της αγάπης μας την τελευταία μορφή.
Δυό πέτρες ν απογίνουμε, δυό πελαγίσιες ξέρες.
Εσύ, με κρινολούλουδα στην αρμυρή κορφή,
κι εγώ να ορμάω δυνατά να σου τ' αρπάξω πάλι.
Δυό Συμπληγάδες του Έρωτα. Οι φοβεροί καημοί
σκληρά να με χωρίζουνε απ' την υγρήν αγκάλη
σα φύκια κουλουριάζοντας το σάπιο μου κορμί...
Ανάμεσά μας, βιαστικό, κάποιο μουντό πρωί,
πέρασε για τις μακρινές κοιλάδες του Βορρά
της ευτυχίας το μικρό διαβατικό πουλί....
Κράτησα λίγα πούπουλα μονάχα απ' την ουρά.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(Από τη συλλογή "ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ")

Sunday, July 08, 2007

ΤΑΞΙΔΙ

Κανείς δε μας κουνούσε το μαντίλι
κι έγερνε ο ήλιος πέρα σιωπηλά.
Τι γρήγορα μας ξέχασαν οι φίλοι!
Πως έγιναν τα πρόσωπα δειλά;

Στις ράγες - κατακόκκινο φιτίλι-
το τρένο είχε αρχίσει να κυλά.
Κι ανάβοντας αργά στο κάθε μίλι
μια έκρηξη μας τίναζε ψηλά.

Αμίλητοι πηγαίναμε και ξένοι
όμοιοι με το σκοτάδι που αυξαίνει.
Στο μακρινό τ΄ορίζοντα ποτάμι
είχαν χαθεί τα μάτια, π' αγαπάμε.

Μόνο η σκιά σου σάλευε στο τζάμι
σα να γνεφε θλιμμένα :"Για πού πάμε;"

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(Από τη συλλογή "ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ")

Thursday, July 05, 2007

ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΑ (Χαι-κου)


Λύσσα του χρόνου:
Πικρά και μαύρα φύλλα
Δευτερόλεπτα
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, July 04, 2007

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


Ι

Το πρωινό μουντό, παλιό το σπίτι.
Στο ρημαγμένο κήπο τα πουλιά
κοιτάζουν τις αράχνες του φεγγίτη,
σωπαίνουν και βουλιάζουν στη φωλιά.

Θυμάσαι : το παιδάκι στο σκοτάδι
που τρόμαζαν τις νύχτες τα φτερά.
Γυρεύεις κάποιο γνώριμο σημάδι.
Τι σέρπει μες στα φύλλα τα ξερά;


ΙΙ

Το μονοπάτι πάει για τ΄ ακρωτήρι
μεσ' από σκίνα και χαμόκλαδα ξερά.
Σκορπά το φως χρυσάφι στα νερά,
στα μάτια ξεχειλίζει το ποτήρι.

Σα να' χε ζήσει - χρόνια περασμένα-
Ξαναθυμάται - τ' όραμα θολό- :
Ελιές στο λόφο, βάρκες στο γιαλό,
τ' αντικρινά βουνά μισοσβησμένα…
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(Από τη συλλογή "ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ")

Monday, July 02, 2007

ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Πήγαινε στο σκοτάδι μ' ευχαρίστηση. Των μαύρων δέντρων
μαζεμένες οι σκιές δροσίζαν τα όνειρά του.

Και μολαταύτα υπέφερε στα στήθη του φυλακισμένος
ένας φλογερός πόθος για φως , για φως.

Δε γνώριζε πως - πάνω του- οι αίθριοι ουρανοί
ήταν γεμάτοι με καθαρά κι ασημένια αστέρια....


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(πάνω στο ποίημα του HERMANN HESSE "Er ging in Dunkel.."