Thursday, June 21, 2007

ΒΡΑΔΙ ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ

Το δάχτυλό μου στο χαρτί το ποίημα σκαλίζει
και μια μανόλια μας κοιτά,ωχρή, στο παραθύρι.
Κρασί της νύχτας, σκοτεινό, σπιθίζει στο ποτήρι
και της αγάπης τα μαλλιά και τη μορφή γυαλίζει.

Τ΄ άστρα της νύχτας, τα πυκνά, σκορπά το καλοκαίρι
κι η ανάμνηση της νιότης μου τη φυλλωσιά μυρώνει.
Σε λίγο μούχλα θάμαστε - χεράκια μου- και σκόνη:
Αύριο, μεθαύριο, σήμερα, τάχα ποιός να το ξέρει;

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(πάνω στο ποίημα του H.HESSE " Sommerabend" )

5 comments:

Τάσος Ν. Καραμήτσος said...

Έχει το άρωμα της μανόλιας...
Καλησπέρα

Weaver said...

@ Τάσο μου , εσύ ξέρεις τί θυμίζει αυτό το άρωμα, και τα λουλούδια της μανόλιας... Εκεί στο Οροπέδιο...

Σωκράτης Ξένος said...

Καλέ μου φίλε
είχε το μελάνι ανάσα λύπης, ε;
Γι` αυτό ο ποιητής
για να βλέπει
την επαύριο ευθάνατο αθάνατο ευατόν

Μα εσύ κρατιέσαι γραφή
γερά στο σπασμένο χέρι του Ερμή
Έτσι δεν είναι;

Natalia said...

Τα χέρια ενός ποιητή ποτέ δεν γίνονται μούχλα

Μου αρέσει η ομοιοκαταληξία
1ος 4ος/ 2ος 3ος στίχοι.
Πώς λεγεται? σταυρωτή?
Ωραία είναι πλεγμένο weaver

Weaver said...

@ Σωκράτη : Ποιός Ερμής να προστατεύσει , φίλε μου, εμάς τους Ερμοκοπίδες του στίχου;

@ ναταλία: Το φριχτότερο είναι οταν γεμίζουν μούχλα τα μυαλά των ανθρώπων και ειδικότερα των ποιητών...