Sunday, May 11, 2008

ΣΠΟΥΔΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ


Αυτόγραφο
(Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή "ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ")

Tuesday, May 06, 2008

ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Στα βάθη του καθρέφτη
λάμπουνε μυρωμένα
τα δώρα των ονείρων:
Οι βάρκες των ματιών σου,
γεμάτες φως και πόθους.
Στους νυχτωμένους κάβους
ηχούν βραχνές κιθάρες…
Σωρός στη μνήμη μου
τσαλακωμένα γράμματα,
το χρυσάφι του χρόνου,
ο θησαυρός της θλίψης


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Thursday, April 24, 2008

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ



Χριστέ , η αποκαθήλωση αργεί να γίνει
ακόμα αργεί και δυό χιλιάδες χρόνους
πως του Σταυρού Σου αψηφάς τους πόνους
κι’ η πλάση απ’ τη χολή Σου πίνει;

Αιώνες τώρα το φαρμάκι αφήνει
η κάστα που σε σταύρωσε. Και θρόνους
κρατεί και θύει σ’ υποχθόνους
θεούς και ψεύτη δάκρυα χύνει ,

τάχα για το μεγάλο σου μαρτύριο.
Μα πάντα μένει ομπρός μας το μυστήριο
και φώτισέ με αλήθεια για να βρώ,

πως το κρατάς να σε λατρεύουν τόσοι
χωρίς ποτέ τους νάχουν μετανιώσει
αθώο που Σε καρφώσαν στο Σταυρό!

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ (1919 - )

από την ποιητική συλλογή "Σεμπρεβίβες"

Wednesday, April 23, 2008

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ (2)



"Εν τοσούτω απεδειλίασαν και αυτοί οι πολεμούντες κατά τον Ποριά, και εζήτησαν εν τη φυγή την σωτηρίαν των. Μόνος ο Διάκος και ολίγοι των οπαδών του, μιμούμενοι το παράδειγμα του, ησθάνθησαν οτι εκεί απέθανεν ο Λεωνίδας. Τω όντι, ότε ο ψυχουιός του, βλέπων λιποτακτούντας τους άλλους, τον παρεκίνει εγκαταλειπόμενον να φύγη και αυτός εις ωφέλειαν εν άλλη περιστάσει της πατρίδος, και τω έφερε τον ίππον, εκείνος απεκρίθη "Ο Διάκος δεν φεύγει". Εν τοσούτω επιπίπτουν οι εχθροί, φονεύεται έμπροσθέν του ο αδερφός του, εμπλέκεται αυτός εν μέσω των εχθρών και μόλις μετά 10 στρατιωτών μεταβαίνει εις τινας τραχείας πέτρας, τα Μανδροστάματα, της μονής Δαμάστας, όπου τοποθετείται και μάχεται ολόκληρον ώραν. Φονεύονται οι ακόλουθοί του εκτός του ψυχουιού του, τραυματίζεται και αυτός εις τον δεξιόν ώμον, πίπτει το τουφέκι του, ανθίσταται βαστών διά της αριστεράς χειρός την πιστόλαν, γνωρίζεται περικυκλούται, και συλλαμβάνεται ζων και καταιματωμένος... Τελειωθείσης της μάχης , οι πασάδες ώδευσαν προς το Ζητούνι, συνεπάγοντες μετά του ψυχουιού τον Διάκον, όν διέταξαν να οδεύη πεζός έμπροσθέν των χάριν της κενοδοξίας των. Αλλά φοβούμενοι μη κρυβή ή φύγη, τον εκάθισαν μετ' ολίγον εφ ημιόνου πεδικλωμένον.Την δε νύκτα αφ' ου έφθασαν εις Ζητούνι, τον έφεραν έμπροσθέν των, παρόντος και του εντοπίου Χαλήλμπεη, και εζήτουν να μάθωσι τα περί της επαναστάσεως. Ο Διάκος τοις είπεν αφόβως οτι το έθνος όλον των Ελλήνων απεφάσισε να χαθή ή να ελευθερωθή. Θαυμάσας ο Μεχμέτης του ανδρός την παρρησίαν, τω είπεν, οτι πρόθυμος ήτο να τον ιατρεύση, αν ήθελε πιστώς να τον υπηρετήση. "Δεν δε υπηρετώ", απεκρίθη ο Διάκος. "Αλλά και άν σε υπηρέτουν δεν θα σε ωφέλουν" . "Θα σε σκοτώσω" επανέλαβε ο πασάς, άν δεν με υπηρετήσης" "Η Ελλάς" απήντησεν εκείνος "έχει πολλούς Διάκους" . Την δε ακόλουθον ημέραν (24 Απριλίου) εξεδόθη απόφασις να σουβλιστή. Ο δε κοινοποιήσας αυτώ την σκληράν απόφασιν, τω έδωκεν εις χείρας και το άτιμον και οδυνηρόν εργαλείον του θανάτου, και των είπε να τον ακολουθήσεη βαστών αυτό. Ο Διάκος το έρριψε καταγής αγανακτών, και στραφείς προς τους περιεστώτας Αλβανούς "δεν ευρίσκεται τις" είπε "να με σκοτώση; Διατί αφήνετε τους Ανατολίτας να με παιδεύωσιν; Εγώ κακούργος δεν είμαι" . Ακούσας δε οτι άν ετούρκευεν , εσώζετο, "Χριστιανός" απεκρίθη , "εγεννήθηκα , και Χριστιανός θ' αποθάνω", Οδεύων δε εις τον τόπον της ποινής εστάθη, και ρίψας το βλέμμα επί την γελώσαν φύσιν κατά την εαρινήν εκείνην ώραν, είπε το εξής δίστιχον "Για ιδέ καιρό που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρη / Τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά και βγαν' η γη χορτάρι" . Ηκολούθησε δε μετά ταύτα την πορείαν του και υπέστη καρτεροψύχως πολυώδινον θάνατον τρεις ώρας βασανιζόμενος

Σπυρίδων Τρικούπης "ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ"

ΔΙΑΚΟΣ (23-4-1821)


Μέρα τ' Απρίλη
Πράσινο λάμπος
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι

Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει

Εκελαδούσαν
πουλιά πετώντας
όλο πιό πάνω

Τ' άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
Πώς να πεθάνω;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Monday, April 21, 2008

ΜΑΓΔΑΛΗΝΗ


Μάτια σβηστά, σκυφτή και ζαρωμένη,
με το σκισμένο στις πλάτες το μαντήλι,
την είδα σ’ ερημόκκλησο να μπαίνει
και του Χριστού ν’ ανάβει το καντήλι.

Και λες που η θεία μορφή την ανασταίνει
τ’ αχνόλευκό της, να , σαλεύει , χείλι
και προσευχή θερμή , απ’ το στήθος βγαίνει.
Σαν θύμιζαν τα νιάτα της Απρίλη

στου έρωτα κάθε βράδι την αγκάλη
πουλούσε τα πολλά τρανά της κάλλη.
Στο δρόμο τώρα ερείπιο τριγυρίζει.

Να την κυττάζει πια κανείς δε γέρνει
Μα αυτή, που ο πόθος του κορμιού τη δέρνει
αγάπης λόγια στο Χριστό χαρίζει
ΕΙΡΗΝΗ ΔΕΝΤΡΙΝΟΥ (1879-1974)
Η Ειρήνη Δεντρινού πεζογράφος, ποιήτρια, λογία και δοκιμιογράφος έζησε στην Κέρκυρα . Ως ποιήτρια διαμορφώθηκε μέσα στο κλίμα της επτανησιακής σχολής. Εργα: Τα σοννέτα (1916), Εξαγνισμός (1923)
Άλλα στοιχεία γι' αυτή δείτε http://www.translatum.gr/journal/2/ionian-translators.htm

Saturday, April 19, 2008

ΠΕΡΑΣΤΙΚΗ ΧΑΡΑ


Άσε με ρόδο της χαράς, τη δρόσο σου να πιώ
απόψε που μου γέλασε έν' αστέρι
κι ήρθε δειλό και κύλησεν από τον ουρανό
μεσ' στ' ανοιχτό μου χέρι...

Πόσον καιρό σε πρόσμενα λαχταριστά να ρθείς
καθάριο φως σε μένα
να λάμψουν απ' το φέγγος σου τα μάτια της ψυχής
τα νυσταγμένα...

Καθώς, ύστερα απο βροχή, στον κήπο τον υγρό
η βλάστηση ευωδιά και ξανανειώνει
ίδια στα φύλλα της καρδιάς μου εκύλησες νερό
και μούδιωξες την πάχνη και το χιόνι...

Τα χείλη άνοιξαν άλικα πάνω απο δυό σειρές
λευκότατα λουλούδια
κι επέρασαν οι στοχασμοί σαν αηδονιών φωνές
και στον αγέρα εχύθηκαν τραγούδια...

Άσε με, ρόδο, ολάκερη τη δρόσο σου να πιώ
τώρα που σε κρατώ στα δάχτυλά μου,
για να μου μείνει κάτι τις όταν στη γή νεκρό
θα ξεφυλλάς μαζί με τη χαρά μου...

ΜΑΡΙΑ ΦΑΛΑΓΓΑ - ΓΕΩΡΓΙΟΥ "ΕΚΛΟΓΗ" (1967)

Μαρία Φαλαγγά- Γεωργίου ( 1912-1987) .
Ποιήτρια , στο νεορομαντικό και συμβολιστικό λυρικό κλίμα του μεσοπολέμου (Άγρας, Καρυωτάκης κ.λ.π.)
Έργα : Μες στην ομίχλη (1937) - Γυμνή ψυχή (1952) - Αναπόληση (1967) - Εκλογή (1967) Της ζωής και του θανάτου (1978) - Ποιήματα (1978) κ.α.

Thursday, April 17, 2008

ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ - ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

Ποια είναι τα σκεύη του ταξιδιού του ανθρώπου στη ζωή; Είναι ο έρωτας εκδικητής του χρόνου; Γιατί τα εκστατικά μάτια μας εκβάλλουν τους ποταμούς των δακρύων τους διαρκώς στο μαύρο; Πως σπαρταρά τρομαγμένο στην άκρη του καιρού το ανώνυμο σκοτάδι; Ποια τύψη κρύβουν οι αιμόφυρτες λέξεις μας;
Η πρώτη ποιητική συλλογή της Έφης Καλογεροπούλου «ΣΚΕΥΗ ΤΑΞΙΔΙΟΥ» δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να στοχαστεί πάνω σε θεμελιώδη ερωτήματα της ύπαρξης , να επιχειρήσει την κατάβαση στο βαθύ πηγάδι της ψυχής του . Η ποιήτρια ψηλαφεί τη χαμένη αθωότητα, μετρώντας μία- μία τις νύχτες του έρωτα , εκθέτει την τελευταία θλίψη, το ιδιαίτερο κλάμα κάθε αγάπης : «ποιος έρωτας με χτύπησε/ και άδειασαν από αίμα τα φιλιά που φεύγεις…» (Λαύριο)
Βυθίζεται αργά σε μια θάλασσα λήθης .Διπλώνει μέσα στη λύπη τη γλώσσα της, γυρεύει την οίηση του εαυτού της.
Με ποιήματα φωτοβολίδες, με ποιήματα κραυγές στην έρημο, με τσακισμένες λέξεις με λέξεις που ξεπλένει η βροχή , ανιχνεύει την απουσία, τις μισοχωμένες πέτρες στη λάσπη – φλέβες του χρόνου : «εξόριστη στο χτες η μέρα σήμερα..» (συνάντηση) - «η κραυγή μου θάναι κραυγή λύκου / όταν/στης ερημιάς τους γκρεμούς σαλτάρω» (πτώση) - «πάνε οκτώ ώρες / που……../ κι εγώ που ανησυχώ/ πως θα περάσουν/ τόσα χρόνια/ δίχως….» (αιωνιότητα) . Ποιήματα , όπου η ποιήτρια δείχνει τις μεγάλες εκφραστικές της δυνατότητες αντιστοιχώντας τη μνήμη του τόπου με τη μνήμη των ανθρώπων.

Μονεμβασιά
Πέτρες μισοχωμένες στη λάσπη
κορμιά φαγωμένα
σπίτια αιώνων
ακίνητα
πόσοι νεκροί κλαίνε τις νύχτες
στις πόρτες σας;
πόσες σας λέξεις ξεπλένει η βροχή;
πόσα κλειδιά σκουριάσαν στις χούφτες σας;
σε σας μιλώ
και στο υγρό το ξύλο
φλέβες του χρόνου


Το βιβλίο εκδόθηκε από τις εκδόσεις «Ενδυμίων» . Η ποιήτρια διατηρεί στο διαδίκτυο το blog http://www.kokkinikissa.blogspot.com/

Tuesday, April 15, 2008

MEIN LIED FUER EUROPA - GEORG FORESTIER

Η γριά Ευρώπη
δεν μπορεί να πεθάνει.
Κατ' απ' τα καμμένα σημάδια
το αίμα της κυλάει δυνατό,
κινείται μέσα από κανάλια,
αρτηρίες και φλέβες,
χτυπάει μέσα στα μέλη
και τα μέρη της καρδιάς,
ξεπλένει τ απορίμματα,
τις στάχτες και τα ερείπια
από εδώ, απ' το Ναγκάου,
Βάιχτσελ και Όντερ
χτυπάει βαθιά στην άκρη
της ακτής του Ατλαντικού, της Μάγχης.
-----
Η καρδιά της ονομάζεται Ρώμη.
Μιά άλλη Παρίσι,
Λονδίνο, Βερολίνο,
Χάγη, Μαδρίτη.
Η γριά Ευρώπη
έχει πολλές καρδιές,
πολλές κορώνες,
που δεν ξεθωριάζουν.
-----
Πές "Μόσχα" και στοχάσου:
Είσαι μόνος.
Πές "Νέα Υόρκη"
και θα σαι στα ξένα.
Η Σαγκάη , το Μπεναρές
είναι περιπέτειες.
Το Σίντνεϋ και το Ρίο
ένας χαιρετισμός από μακριά.
-------
Όπου τ΄όνειρό σου
κι αν σε πάει
πάντα στην Αθήνα,
στη Βιέννη και τ' Όσλο
ξαναγυρίζεις.
--------
Πές μόνο "Ευρώπη"
κι αφουγκράσου την καρδιά σου.
Στον πάγο ανάμεσα και τη φωτιά
τ' Απριλιού τρεμοσβήνει τ' αγέρι.
Και πιό κοντά είναι ο ουρανός
και η γη πιό γλυκιά είναι.
Είναι στενές οι κάμαρες
αλλ' μ΄αγάπη πλέριες.
Νιώθεις πυκνά τα μνήματα
το ένα πλάι στ' άλλο.
--------
Νιώθεις σε κάθε βήμα
τους προγόνους.
Αφουγκράσου την καρδιά σου:
Η Ευρώπη δεν πεθαίνει.
Όσο την αγαπάς
δεν μπορεί να πεθάνει.

Απόδοση ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Monday, April 14, 2008

EMILY DICKINSON A sepal, petal and a thorn


A sepal, petal and a thorn
upon a common summer's morn
a flask of dew - a bee or two-
a breeze - a caper in the trees
and I am a rose

Ένα σέπαλo, πέταλo κι έν' αγκάθι
σ' ένα τυχαίο του θέρους πρωινό
ένα φλασκί δροσιάς - μιά μέλισσα ή δυό
μιά πνοή - ένα θρόισμα στα δέντρα
κι εγώ να ' μαι ένα ρόδο.

Απόδοση Γιώργος Κ. Ανυφαντής

Sunday, April 13, 2008

ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ

Πύρινα σπλάχνα , πήλινο κορμί
της μοναξιάς κελάηδημα στα δάση!
Μετέωροι στου χρόνου την ορμή,
στην άγριαν ομορφιά που μας σπαράσσει.

Ποιο άδειο προσωπείο μας νοσταλγεί
με τους καρπούς ανάμεσα στα χείλη;
Ο μόνος δρόμος λέγεται σιγή,
τις λέξεις ψιθυρίζει το κοχύλι.

Και στάζει τρομαγμένη , εφηβική,
μνήμης βροχή στο δρόμο με τα φύλλα,
σαν προσευχή της ύλης , μυστική,

στης νύχτας την ατέλειωτη μαυρίλα…

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(από την ομώνυμη ποιητική συλλογή)

Saturday, April 12, 2008

ΤΟ ΒΑΘΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

Από όλα τα μυστήρια του κόσμου το πιο βαθύ είναι η δημιουργία. Γι’ αυτό και οι λαοί και οι θρησκείες όλου του κόσμου έχουν συνδέσει το φαινόμενο της δημιουργίας με την ιδέα του Θεού. Κάθε καλλιτέχνης μετέχει μ’ όλη του την ύπαρξη, με το μυαλό, με την ψυχή και με το σώμα, στην εκ του μηδενός γένεση του έργου τέχνης.
Ποια είναι όμως τα κίνητρα της καλλιτεχνικής δημιουργίας; Ποικίλες θεωρίες έχουν αναπτυχθεί στα πλαίσια της φιλοσοφίας και ειδικότερα της αισθητικής . Μια από τις πιο πρόσφατες και ελκυστικές είναι η θεωρία της τελείωσης και της επίτασης της ζωής, που διατύπωσε ο αισθητικός Κάρολος Λαλό . Η εξιδανίκευση και τελείωση της ζωής από την τέχνη είναι σκοπός και κίνητρο της δημιουργίας. Ο καλλιτέχνης αισθάνεται την επιθυμία να αλλάξει τη ζωή, να την αποδώσει όπως αυτός την επιθυμεί και νομίζει ότι θα πρέπει να είναι, χωρίς ατέλειες, καλύτερη , ιδανικότερη. Η τέχνη πηγάζει από την επιθυμία του ανθρώπου να συμπληρώσει την ομορφιά στον αντικειμενικό κόσμο, δηλαδή τη φύση. Η ανθρώπινη νίκη στο χρόνο, η διατήρηση μιάς αιώνιας νεότητας είναι η βαθιά ψυχική χαρά, η αίσθηση ή η ψευδαίσθηση που αποκτά «ο εν παιδεία και τέχνη βιών και δημιουργών άνθρωπος» , ότι η ζωή του δυναμώνει, πλαταίνει, μεγαλώνει (ποιοτικά και ποσοτικά) , με την ενότητα και τη συναίρεση των πραγμάτων και των ιδεών, που χαρίζει η θέαση και όχι το απλό κοίταγμα του κόσμου . Η ζωή και ο κόσμος επαναλαμβάνονται και παίρνουν καινούργιο νόημα , όταν εκφράζονται με τη γλώσσα της τέχνης. Είναι αυτή η ηδονή του πνεύματος, ένα αυτοδύναμο κίνητρο δημιουργίας.
Με τον τρόπο αυτό προκύπτουν έργα – όπως αυτά των συναδέλφων μας.- Καλλιτεχνήματα που γίνονται με αποκλειστικό σκοπό την πνευματική ευχαρίστηση των δημιουργών τους. Αφιλοκερδείς καλλιτεχνικές δημιουργίες, που στόχο έχουν την αισθητική ηδονή , το βαθύτερο στοιχείο της συγκίνησης.
Και μας καλούν να νιώσουμε και μεις την αληθινή απόλαυση, που δεν είναι μόνο παθητική αποδοχή, αλλά μια εσωτερική συνεργασία με το έργο τους. Μας καλούν να αποκτήσουμε και μείς συνείδηση της προσωπικής τους δημιουργίας. Να ζήσουμε εκείνη τη φοβερή στιγμή πριν απ’ τον πρώτο μέσα στα βάθη της καρδιάς τους ψίθυρο του «Γεννηθήτω»


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(Το κείμενο ήταν η παρουσίαση της έκθεσης ζωγραφικής των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου Καρδίτσας στις αίθουσες της Δημοτικής Αγοράς Καρδίτσας το 2004)

Friday, April 11, 2008

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ (ΙΙΙ)


Ανθισμένες αυγούλες

κι άνεμοι που αφέθηκα
στις φτερούγες των πόθων!
Μεθυσμένος απο χρόνο
τις κούπες της μνήμης μου
τσάκισα. Φωνή στο χάος:
Σκηνοθέτη τ' ουρανού
μεταμορφώνομαι
στο φωτεινό Σου χέρι.
Θα γίνω σκόνη,
ποτάμι αέρινο,
μα ερωτευμένη σκόνη...

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Thursday, April 10, 2008

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ (ΙΙ)


Αστράφτουν οι φτερούγες
στις κορυφές των θάμνων,
ραμφίζουν το φως
οι μικροί σπουργίτες.
Κρύβεται η φωνή μου
στις πέτρες που χρυσώνει
της ροδαυγής το φέγγος.
Ένα κλαδί ανθισμένο
το κράτος της μοίρας μου.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, April 09, 2008

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ



Στη μηχανή του χρόνου,
στη γλώσσα των ακτίνων
με φλογισμένα χείλη θα χαθώ,
- την ώρα που αναμμένες συννεφιές
θα σαρώνουν το πρόσωπο της γης-
να χαράξω στη φλούδα
του τελευταίου δέντρου,
χρησμό της αιωνιότητας,
τ’ όνομά σου , αγαπημένη


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, April 08, 2008

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ (1)


Ι
Στο φως του προσώπου σου
ανθίζουν τα δάχτυλά μου,
κλώνοι της άνοιξης .
Μ’ ένα λουλούδι στη ρωγμή
χαμογελούν οι γερασμένοι
τοίχοι των ερειπίων.
Χορεύουν οι δρόμοι.
Ψιθυρίζουν οι κήποι
στα φύλλα των ονείρων.
Πλαταίνει ο κόσμος,
ξένος προς το θάνατο.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Monday, April 07, 2008

ΑΓΑΛΜΑ


Εψές αργά, τη νύχτα,
κίνησα να περπατώ
στους νοτισμένους δρόμους.
Ριγούσαν οι λεύκες.
Στα χείλη μου δυό στίχοι
ξορκίζαν τις σκιές
γιατί λιγόστευε το φως
πάνω στα πέτρινα πρόσωπα
των ανθρώπων

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Sunday, April 06, 2008

ΑΡΓΙΑ

Κυριακή. Στο πάρκο.
Τον αγώνα των μυρμηγκιών
αδιάφορος κοιτάζει
ευτυχισμένος ο ίδιος
στη μυρμηγκοφωλιά του.

Saturday, April 05, 2008

ΣΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ - KARIN KIWUS


Ο κόσμος αποκοιμήθηκε
την ώρα της γέννησής σας

μόνος, με τα καθημερινά του όνειρα.
Ξυπνήστε τον ξανά,

σκληρο και γλυκό και άγριο
για μιά περιπέτεια

για μια μακριά παρτίδα πραγματικότητα,
ανίκητο στο παιγνίδι.

Karin Kiwus (1942- )
(απόδοση Γ.Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ)

Wednesday, April 02, 2008

ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ


Με χρήματα , με πόντους, με βαθμούς
τα έργα της ζωής μου έχουν μετρήσει.
Κι ας μισώ τόσο πολύ τους αριθμούς
κι ας προσμένω μοναχά την άλλη κρίση.

Ποιός άνθρωπος, ποιός φίλος, ποιός,
την αξία δίχως φθόνο θ' αντικρύσει;
Σιωπηλός κι αργός ο φερετροποιός
που - τελευταίος - σωστά θα με μετρήσει.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ
(Από τη συλλογή "ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ" )

Tuesday, April 01, 2008

ΑΠΟΓΕΜΜΑΤΙΝΗ

Βρέχει – και κάν’ η φύσις
Ήχους τόσο γλυκούς
Το διάβασμα ν’ αφήσης
και να σταθής ν’ ακούς

Στις σκάλες, στο περβόλι,
στο γύρο της φραγής
βρέχει γλυκά – και σ’ όλη
τη χώρα και τη γης.

Βρέχει στα παραμύθια
κ’ εκείθε έχουν ερθεί
οι μάγοι οι αγαθοί
με τ’ άσπρα γένεια πλήθεια

Βρέχει στα παραμύθια…
κ’ εκείθε αργοφυσά
τ’ αγέρι , από δασά
θάμνα και κουφολίθια.

Βρέχει – και ξέρει η φύσις
Νότες τόσο γλυκές,
Το φύλλο να τσακίσης
με τις στιχουργικές.

Στης λάσπης τ’ άκρο χείλος
λοξός και σερπετός
διαβαίνει ο περιττός
της γειτονιάς ο σκύλλος

και του περιβολάρη
η σούστα ουδ’ αντηχεί:
σα νάναι σε σφουγγάρι
βουλιάζουν οι τροχοί.

Απάνω σε βιτρίνα
γραμμένα στα γυαλιά,
ξεπλένονται τα κρίνα
και τα τριανταφυλλιά,

μα έχει η πνοή φερμένα,
του κάμπου , μακρυνά,
όλα τ’ αληθινά
τα φύτρα χορτασμένα!

Τέλλος Άγρας (1899-1944)
από τη συλλογή του "ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ"

Sunday, March 30, 2008

ΑΚΤΑΙΩΝ



Κυνηγός των λέξεων
στο δάσος των ονείρων,
πώς έγινε κι αντίκρυσα
γυμνή τη θεά- παρθένα
την Αλήθεια
στο νερό "παγάς λαλέουσας"
να λούζεται;
Στίχοι, πιστά σκυλιά μου,
γιατί με σπαράζετε;

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Saturday, March 29, 2008

ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΑ

Μιά παιδική , γλυκιά φωνή, τ΄αρχαίο ρήμα
στη αίθουσα τη σχολική, μ' ύφος λαλούσε.
Κι αργά, σε χρόνο παρελθόντα, ως να καλούσε
τις πεθαμένες της αγάπες , απ' το μνήμα.

Πάνω απ' την άβυσσο του χρόνου , μέγα βήμα
σα να ' χε κάνει μια μορφή και μού γελούσε.
Κι ο λείος τόνος της φωνής ξαναφιλούσε
της μνήμης τ' ακρογιάλια, σαν το κύμα.

Σ' όλα τα πρόσωπα, τους αριθμούς, τους χρόνους
τη μέρα γέμιζε, με κρίνα και με πόνους.
Κι' όταν σταμάτησε - είχαν σπάσει τα ρολόγια-

κύλησε η μνήμη - πέτρα υγρή- μέσα στη λήθη
Μα κλείνουν πάντα την ψυχή μου αυτά τα λόγια
και πολύ πολύ ο αρχαίος τύπος : "Ηγαπήθη"

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Friday, March 28, 2008

ΛΟΙΠΟΝ , ΕΓΩ ΞΕΚΙΝΗΣΑ


Κρατώ πάντα στην καρδιά μου
αινίγματα και σχέδια μυστικά
λέξεις αμεταχείριστες που λάμπουν
στο βυθό της καθημερινής τύρβης
ψηφίδες αρχαίες της αθωότητας
μιά σκευή ιδεών'
ευεπίφορη σε λογής ερμηνείες

(Λένε για το " λάλον ύδωρ"
για κείνους που ακόμα ονειρεύονται
Λένε για μια μποτίλια στο πέλαγο
που κρύβει τα μυστικά
κάποιων που έζησαν αληθινά!)

Λοιπόν
εγώ ξεκίνησα κιόλας το μακρύ ταξίδι
μεσοπέλαγα είμαι -
στην απέναντι όχθη γνέφει μια σκιά.
Λυμένος είμαι από το κατάρτι!

ΑΝΤΩΝΗΣ ΔΕΛΩΝΗΣ
Από τη συλλογή του "Μ' ένα κέρμα στο στόμα" 2007)

ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΕΑΘΗΝΑΙ

Οι πράξεις μας δεν έχουν σημασία, παρά μόνο
στα μάτια ενός ανθρώπου. Γι' αυτόν ζούμε.
Για να μας βλέπει αντιστεκόμαστε στο χρόνο
κι εξαγοράζουμε τις μέρες κι' ας πονούμε.

Στην άκρη εμείς, ενός ζυγού , που εκκρεμεί,
κι αυτός αντίρροπα δεμένος απ' την άλλη.
Και ξαφνικά, σε μιά στιγμή, που ηρεμεί
στρέφει αυτός, καθώς κι εμείς, τ' ωχρό κεφάλι.

Και βλέπει ο ένας μας του άλλου τον αγώνα
να τραβηχτεί κι' απ' τα δεσμά του να λυθεί.
Μάταια παλεύουμε. Οι αλυσίδες απ' το γόνα
βαριές, ψηλά ως με την καρδιά έχουνε δεθεί.

Κι όταν μιά μέρα κάποιο χέρι θα θελήσει
την περηφάνεια μας να σπάσει την πικρή,
τότε κι οι δύο ,χωρίς κανένας να μιλήσει,
θα γυμνωθούμε στον άλλον αντικρύ

και με το δάχτυλο, αργά και μία -μία
ζητώντας τις πληγές, που ρέει το αίμα,
του έρωτά μας την ατέλειωτη ερημία
θα μετράμε μ' ένα μέτρο μας: Το ψέμα.

5/7/1986

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, March 26, 2008

ΠΕΙΡΑΤΗΣ



Μια φλούδα πορτοκάλι το καράβι
και το πανί κομμάτι από χαρτί,
και τ’ όνειρου τα πέλαγα κι’ οι κάβοι
των παιδικών μας χρόνων πειρατή!
---------------
Της Μοίρας ολολύζουνε οι σκλάβοι
μ' ένα πικρό παράπονο "Γιατί";
Το μακρινό φανάρι δεν ανάβει
τη σάρκα να φωτίσει τη φθαρτή.
---------------
Στις θύελλες τ’ ατέλειωτο ταξίδι
στου θησαυρού τ’ ανύπαρκτο νησί,
ψεύτης ο χάρτης, φάντασμα και συ!
---------------
Ποιο χέρι φοβερό και ποιο λεπίδι
μας έριξε σ' ανήλιαγο μπουντρούμι
γεροσακατεμένους δίχως ρούμι ;

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(Από τη συλλογή "ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ")

Sunday, March 23, 2008

ΑΠΕΣΒΕΤΟ ΚΑΙ ΛΑΛΟΝ ΥΔΩΡ

Εις μνήμην Πηγής Καφετζοπούλου ...

Πηγή των στίχων, Πηγή των ονείρων, Πηγή των χρησμών , Πηγή της λήθης …Με τη φωνή μου που δεν μερώνει, με την οικεία λύπη, στο μάταιο παρόν αντίμαχος της Μοίρας , ρίχνω στο ρείθρο των αιώνων, χάρτινο καραβάκι ,τα φτωχά μου λόγια : Στο τέρμα εκεί του δρόμου σου, στους μυρωμένους κήπους , θα σε ζυγώσει ένας μικρούλης άγγελος – μόλις που φαίνονται στη ράχη οι φτερούγες του . Αν σε ρωτήσει το αίμα της πληγής μου : «Παίζει ακόμα με τις λέξεις ο πατέρας;» , μην απαντήσεις. Κράτησε τον στην αγκαλιά σου και παρηγόρησέ τον, που γεννήθηκε…

Friday, March 21, 2008

20 HAI - KU ON EMILY DICKINSON



Timid as a bird.
My lips just hold the name:
Immortality

An evening sky:
The woods were painted
the mystic green

The web of life
Time’s sublimest target
You and I tonight

“Time is over”
The vulture screamed
At the setting sun.

Miles and miles
East of eternity
The largest fire

Long silent hours…
I chose this single star
The door of God

After great pain
Embarrassed –not afraid
I wear my wings

A report of land
Where the angels are:
Immortality

Only a breeze,
A caper in the trees:
Not tell its name

Not tell its name
You and I and the secret:
Immortality

At the full dew,
just as the dawn was red:
an aged bee

Their pretty lips
- The least push of joy-
thorn in my side

There is a pain:
His dateless dynasty
The former love

We came at flesh:
Eternity and time
frost upon the glass

Coin in the sand
My little craft was lost
I remember not

You and I tonight:
Starring at the mocking sky
the test of love

This is the place!
The only one way
Illocality

The way of dusk:
The begging for the life
A little madness

Their pretty lips…
Memory like melody.
The old desire

Dirks of melody
Old grounds of memory
Unsuspected things

GEORGE C. ANYFANTIS

(ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ)

Wednesday, March 19, 2008

Η ΚΕΡΗΘΡΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΕΩΣ


( Με τον τρόπο του Δ.Π.ΠΑΠΑΔΙΤΣΑ)

Πάνω σ' ουράνια βότσαλα
του έρωτα το ρυάκι θ' ακουστεί
και κάθε φύλλο που με ανιχνεύει
- αγκάθι κι έναστρη πληγή,
στην άλλη άκρη του ονείρου -
θα ζωγραφίζει το αχανές.
Στα δάση που άναψε η αφή
πυρακτωμένη ηχώ εξαφανίζει
τα ψιθυρίσματα του χορταριού.
Το άφθαρτο γεγονός παλινδρομεί
Σαν κρουστή επανάληψη στιγμής
κι' άνθος στο ρήγμα της εσπέρας.

ΙΙ

Του άλλου το ίχνος πάνω στο κορμί
Ορμόνη κι' αλμυρό χορτάρι θάλασσας.
Ω θαύμα ξαφνικών ιβίσκων!
Σφυρίζει σ' έναν αυλό σταχυού
σ' άγνωστα βαθουλώματα φιλιών,
άγριο το στόμα της επιθυμίας.
Το απερίγραπτο χέρι αυτής της στιγμής
που μ' έκλεισε όπως κάλυκας ανθοφορίας
κι' έσπειρε φωτεινά λιβάδια,
το ρίγος ανεβάζει στα χείλια
κι' εύκολα η μικρή αύρα με ζαλίζει.


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(Από τη συλλογή "ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ" )

Tuesday, March 18, 2008

ΝΗΔΥΜΟΣ ΥΠΝΟΣ (Χαι-κου)


Κλειστά βλέφαρα,
διψώντας για ουρανό:
Νήδυμος ύπνος
Λίγο πριν φέξει,
ο δρόμος των θαυμάτων,
ο ένδον κόσμος
Ηχούν καμπάνες
στην αμφίστομη μνήμη.
Χάλκινος ύπνος.
Ο άλλος ύπνος.
Ο δίχως όνειρα.
Αμετακλήτως
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Monday, March 17, 2008

ΤΟΣΟ ΓΥΜΝΟΣ ....

Τόσο γυμνός που ντρέπομαι τη μνήμη

Τόσο τυφλός που βλέπω την αλήθεια

Τόσο πιστός που απόμεινα μονάχος

Ορέστης Αλεξάκης "Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ"

Saturday, March 15, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΧΙΙ)


Τους νόμους άλλων καιρών
ακολουθώντας,
στερημένος από φως ,
με το φιλί της βροχής
στα παγωμένα χείλη,
έσκαψα τα σπλάχνα μου
να βρώ την Ποίηση,
την πηγή των θαυμάτων.
Χτυπώντας πηγάδι
με την πέτρα της μνήμης,
αφουγκράστηκα
τους βόγγους των αρρώστων,
τις κραυγές της οδύνης,
τους βραχνούς κρωγμούς,
τις υλακές των σκύλων,
τη φωνή του κεραυνού
στη δίνη των ανέμων,
τους ήχους των σημάντρων
τις πένθιμες καμπάνες,
τα μουγκρητά των μηχανών,
το στρίγγλισμα των φρένων,
τη θορυβώθη μέθη
και τέλος – κοντά στα χαράματα-
το λάλημα του πετεινού
λίγο πριν αρνηθώ
τον εαυτό μου.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ


Thursday, March 13, 2008

ΣΥΝΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ


Η μέρα πήρε φως και ξεθωριάζει
το ρόδινο σεντόνι της αυγής.
Υποκριτή Αδερφέ, βάρος της γης
τ’ αδύναμο το σώμα, που γεράζει.

Ποιο ξόρκι μαγικό μας ετοιμάζει
την ώρα της γαλήνης, της σιγής;
Τ’ αμάξι περιμένει. Μην αργείς.
Η μηχανή μουγκρίζει. Με τρομάζει

των ημερών να βλέπω τον καπνό
τη σκαλωσιά τ’ ανέμου ν’ ανεβαίνει.
Τ’ ονείρου μας ο δρόμος που πηγαίνει

στον ανοιχτό της τέχνης ουρανό
δεν είναι ό,τι ζητούσα και ζητούσες;
Στην κούνια μας εμοίραναν οι Μούσες!

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, March 12, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΧΙ)

Η νύχτα θα με βρίσκει
με δανεικά ψιμμύθια,
πυρπολημένους στίχους
στα ράκη της φωνής μου.
Τ’ ανείπωτα λόγια,
τα ξοδεμένα λόγια,
σβήνουν το πρόσωπό μου.
Γδύνομαι τα φτερά,
δρασκελίζω το χρόνο

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, March 11, 2008

ΟΙ ΑΜΦΙΣΗΜΕΣ ΛΕΞΕΙΣ



Διωγμένος απ’ τα μαντεία,
τρελός προφήτης,
σπορά της οργής,
γιος της Κασσάνδρας,
πώς να φωνάξω τη Μοίρα
δίχως αμφίσημες λέξεις;
Πώς να μιλήσω
για τη στάχτη του μέλλοντος
με τη φωτιά στα χείλη;
Φύλακας του Θεού,
τις μεταμορφώσεις του μηδενός
αρνήθηκα , αρνήθηκα
τη σφραγισμένη μνήμη.
Γελώντας στον αγέρα θα πω
τον τελευταίο μου μύθο:
Πριν με γκρεμίσουν – ασεβή-
από τις Φαιδριάδες .

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Thursday, March 06, 2008

XAI-KOY (........)

Όνομα νεκρής :
Βαραίνει το μολύβι
στο ψυχοχάρτι

Ρόδο της μνήμης.
Καίγεται το σκοτάδι,
κερί που λιώνει.

Ουκ έστιν ώδε!
Στην πέτρα των αγγέλων
το πικρό δάκρυ.

Γυρίζει μόνος.
Της θλίψης λυχναράκι,
κάφτρα τσιγάρου


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, March 05, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (Χ)

Πώς να μετρήσω
Τα φύλλα του φωτός Σου;
Ν’ αρνηθώ τη φωνή μου
στην άκρη της ερήμου;
Τη στερνή μετάληψη,
τον άρτο των ονείρων;
Ο μελλούμενος χρόνος μου,
χρόνος των χρονομέτρων.
Φωνές των πειρασμών,
καίγεται ο ουρανός.

Που είναι το τέλος;

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, March 04, 2008

ΑΦΙΕΡΩΣΗ






Τίποτε δεν είναι τόσο τραγικό , όσο η επιδίωξη κάποιου καλλιτεχνικού ιδανικού απο ανθρώπους που δεν έχουν ταλέντο


Somerset Maugham "OF HUMAN BONDAGE"

("Ανθρώπινη δουλεία" μετ. Γ. Λάμψα)

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΙΧ)


Οι μέρες μου φεύγουν,
βαθαίνει το σκοτάδι,
το σημάδι της πληγής
στο πέτρινο πρόσωπο.
Πέφτουν μήλα στον κήπο.
Ο νόμος της βαρύτητας,
αιμοβόρο γαύγισμα
στις αυλές του χρόνου
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Monday, March 03, 2008

ΜΑΤΙΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ



Η νοσταλγία μου κι ο έρωτάς μου
είναι , απόψε, στη θερμή τούτη νυχτιά,
γλυκιά σαν ευωδιά απ’ άνθη ξένα-
στη θέρμη της ζωής μας ξαγρυπνά.

Η νοσταλγία μου κι ο έρωτάς μου
κι όλη μου η τύχη κι η κακοτυχιά
σαν το βουβό τραγούδι είναι γραμμένα
στη θολή, παραμυθένια σου ματιά.

Η νοσταλγία μου κι ο έρωτάς μου
από τον κόσμο και το θόρυβο μακριά
στα σκοτεινά σου μάτια έχουνε κτίσει
βασιλικό ένα θρόνο , μυστικά .

Hermann Hesse

Απόδοση από τα Γερμανικά
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Sunday, March 02, 2008

ΤΡΙΑ ΜΕΤΡΑ ΓΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΣΦΑΛΤΟ

Πίσω πηγαίνετε,
στα δάση , στα βουνά,
στων παιδικών σας χρόνων
τα περβόλια!
Εκεί θρηνείστε
και μια για πάντα
στης μάνας σας την αγκαλιά
αποκοιμηθείτε
με τη ζωή που ζήσατε
αηδιασμένοι !

Αλλά δεν έχω εγώ βουνά,
που να με περιμένουν.
Η γη μου, το περβόλι μου,
άσφαλτος και της φάμπρικας αυλή.
Πέτρα και πίσσα,
τα καυσαέρια των δρόμων,
των μηχανών το ουρλιαχτό,
το στρίγγλισμα των φρένων.

Ρόδες περιστρεφόμενες
της νιότης μου τραγούδι
Ράγιες και σύρματα
του πόθου μου ταξίδια.

Των άστρων το τρεμόσβημα
πάνω από καμινάδες.
Σωροί μες σε θολά νερά
του κόσμου τα σκουπίδια.

Οι άλλοι πίσω γύρισαν.
Μα εγώ θα προχωρήσω .
Ο κόσμος είναι σπίτι μου
και μοίρα μου οι πόλεις.
Μόνο σαν θα πεθάνω εγώ
μια αξίνα θα μου δώσει
τρία μέτρα χωρίς άσφαλτο
- σα δώρο – από τη γη .


George Forestier
(μία από τις επινοημένες περσόνες που χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμά του ο Γερμανός ποιητής Karl Emerich Kraemer 1918-1987 )

Απόδοση από τα Γερμανικά
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Friday, February 29, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (VΙΙΙ)



(Auto Da fe)

Θα κάψω τα βιβλία μου,
τις τυπωμένες λέξεις,
τις αρχαίες φωνές π’ αλυχτούν
στα τρίστρατα του λόγου.
Μονάχος κι ολόγυμνος
με μια κλωστή από φως
στα δάχτυλά μου
ν ‘ ανεβώ στην πυρά,
να γίνω στάχτη,
γλώσσα του καπνού,
στον παγωμένον ουρανό
της λήθης.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Thursday, February 28, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (VΙΙ)


Περνώντας και φεύγοντας
αποστηθίζω το φως,
τους κρυστάλλινους ήχους
τ’ ανθισμένα κλαδιά,
τις λέξεις που καίγονται
στις προσευχές του κόσμου.
Γυμνός και ακίνητος
στη σινδόνη των στίχων.
Το νόμισμα στη γλώσσα
ψίθυροι της αγάπης .
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, February 27, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (VΙ)


Η μέρα χαμήλωνε.
Κρεμόταν απ’ τα φύλλα
ένα βαθύτερο φως.
Καθισμένος στις πέτρες
με τη σμίλη της μνήμης μου
σκάλιζα επιτύμβιες στήλες.
Πράγματα δίχως λέξεις
τα περιττά του κόσμου.
Με άκουγε το χώμα
μυρίζοντας άβυσσο…

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, February 20, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (V)


Στα φύλλα των ημερών
Σου γράφω τη λύπη μου
μ’ ένα κομμάτι νύχτας.
Το αίμα μου καίγεται
ψηλαφώντας τις λέξεις.
Αμέτρητες καμπάνες
κραυγάζουν τ’ όνομά Σου.
Μοίρασε την ελπίδα!
Λύτρωσε τη μοίρα μου!
Σβύσε τους στίχους!
Να στάξει φως ο ουρανός
στις κορυφές του κόσμου.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, February 19, 2008

ΦΙΝΑΛΕ



Το τελευταίο πιόνι σου θα πέσει.
Θριαμβικά των μαύρων η στρατιά
- δίδυμοι πύργοι , βασιλιάς στη μέση-
θα προχωρά μ' αγέρωχη ματιά.
----------
Το φως θα λιγοστεύει και θα σβήνει,
της ύπαρξης παιγνίδι και φωτιά.
Μοίρα τ' ανθρώπου: Πίκρα και οδύνη
πεσσών που επιστρέφουν στα κουτιά.


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

(Από τη συλλογή "ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΟΔΟΣ" )

Thursday, February 14, 2008

(Κυπαρίσσι)


Είμαι το κυπαρίσσι
Στου γκρεμού την άκρη
Με πότιζε μια βρύση
Το κρυφό μου δάκρι

Στέρεψε το δάκρι
Στέρεψε κι η βρύση
Ξερό το κυπαρίσσι
Στου γκρεμού την άκρη


ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΕΛΗΣ (1871-1952)

Ο ΚΙΣΣΟΣ


Ο μαύρος κι άχαρος κισσός – τον πόνο του τρυγώ
και λέω και μες στα στήθια μου ριζώνει
και λέω κι είμαι το χάλασμα το ραγισμένο εγώ
που ο μαύρος κι άχαρος κισσός το περιζώνει.

Μυριόριζος, μυριόκλωνος – ο πόνος που πονώ,
στείρα ζωή βυζαίνει από τον τοίχο
και δεν του παίρνει πνέοντας γλυκά απ’ τον ουρανό
έναν η αύρα ή στεναγμόν ή χαράς ήχο.

Τους δρόμους του απόσωσε το Φως τους μακρινούς
ώρα και θάβγουνε τα νυχτοπούλια
και ρόδα η δύση απλόχερα σκορπά στους ουρανούς
και στων βουνών τις κορυφές σκορπάει ζεμπούλια.

Και φτάνουν στα φυλλώματα του πένθιμου κισσού
κοπαδιαστοί οι σπουργίτες να κουρνιάσουν
κι από τη μέθη της ζωής και του ήλιου του χρυσού
μες σ’ ατρικύμιστη αγκαλιά να ξαποστάσουν.

Και τα ξελαρυγγίσματα σκορπίζουν τα στερνά,
τρελλά, ως που ο ύπνος φτάνει και τα πνίγει ,
ενώ ως τις ρίζες του κισσού τις τρίσβαθες περνά
μια ανατριχίλα απ’ της ζωής τη μέθη ολίγη.

Φουντώνει η νύχτα κι έρχουνται τριγύρω μου μια μια
Κι όλες μαζί απ’ αλάργου αρμενισμένες
σκιών σκιές οι ανάμνησες, στην άχαρή μου ερμιά
να φέρουν ψεύτικια παρηγοριά οι θλιμένες

Μάταια! ζει ποτέ η ζωή μ’ ανάμνησες που ζεί,
που θα ξυπνήσει και μ’ αυτές θα γείρει,
ενώ ολοτρόγυρα βροντά η μέθη όλη μαζί
απ’ της ζωής που ζει το πανηγύρι;

Ο μαύρος κι άχαρος κισσός, τον πόνο του τρυγώ
και λέω και μες στα στήθια μου ριζώνει
και λέω κι είμαι το χάλασμα το ραγισμένο εγώ
που ο μαύρος κι άχαρος κισσός το περιζώνει.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ (1870-1942)

ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΑΚΙ


Το πράσινο αδερφέ μου κυπαρίσσι
που στης αυλής εφύτεψες τη μέση
το μάτι μου θερμά, τώχει αγαπήσει
κι όλη η ψυχή μου απάνω του έχει πέσει.

Πέρσυ η λιγνή κορφή του είχε μπορέσει
στο μέτωπο απαλά να με φιλήσει
ψηλότερη είναι εφέτο, μ’ έχει αφήσει
και πάει κορώνα τ’ άστρα να φορέσει…

Κι όταν για μένα έρθη ο καιρός οπού όντας
παραδομένος άτολμα στα χρόνια
φιλί δε θα προσμένω ούτε και χάδι,

θα χωριστούμε πλέον μια μέρα αιώνια:
Εκειό θα πάη το φώς αποζητώντας
κι εγώ θα κατεβαίνω στο σκοτάδι
Στέφανος Δάφνης (1882-1947)

Wednesday, February 13, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΙV)




Ανάμεσα στους σταυρούς
μου ξέφυγεν ο χρόνος.
Η πλημμύρα των φύλλων
στο υγρό λιθόστρωτο
λικνίζει το σκοτάδι.
Βήματα στο χορτάρι,
παράπονο στα χείλη
η εσχάτη πλάνη,
το μέγα ψεύδος
της αθανασίας.
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Monday, February 11, 2008

ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ Η ΜΥΓΔΑΛΙΑ


Του Γενάρη η μυγδαλιά
με το λουλουδένιο μπούστο
παίζει μες στην αντηλιά
και το χιόνι κάνει γούστο.

Πιο μικρή της γειτονιάς,
σ’ ασπροκόκκινες γιρλάντες
την εσάλευε ο χιονιάς
τα πουλάκια από τις μπάντες

Κι η μαργιόλα η μυγδαλιά
παιγνιδιάρα κι όλο νάζι
να τους πλέξει τη φωλιά
τ’ άσπρο πούπουλο τινάζει

Κι ήταν μια τρελή χαρά
που φτερούγιζαν τα κλώνια
και που ανθίζαν τα φτερά
φως, πουλιά, λουλούδια , χιόνια,

που ούτε τόνιωσα το πώς
στην ψυχή μου είχαν ριζώσει
τα πουλάκια, ένας σκοπός,
και το χιόνι, ολόασπρη στρώση.

Κι έλεα νάχα μια καρδιά
σαν πουλάκι να τη στείλω
στα ολοκέντιστα κλαδιά
να μού φέρει ανθάκι, φύλλο.
Κι έλεα νάχα την κρυφή
της αυγής κι εγώ την τέχνη
που στεφάνι στην κορφή
το ηλιοφώς, χρυσό, της πλέχνει.

Κι έλεα νάμουν ο χιονιάς
Πες και πες και λίγο λίγο
τη μικρή της γειτονιάς
να την πάρω και να φύγω
Αθανάσιος Κυριαζής
(1888-1950)

ΜΙΜΗΣΗ


( ΧΑΡΙΣΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Γ. ΔΡΟΣΙΝΗ)

Κάτου από μιαν αμυγδαλιά λευκή
πούχε τα χρώματα όλα του Γενάρη
θελήσαμε κι οι δύο περαστικοί
ένα κλαρί καθένας μας να πάρει

Είταν , εκείνη , τόσο ιδανική
κι ανατινάχτηκε με τέτοια χάρη
για να το σώσει, που με μιας εκεί
ασπρίσαν τα μαλλάκια της κι εχάρη….

Τα μπουμπουκάκια επέφτανε χαλάζι
- Σα τόκοψε να το σφιχταγκαλιάσει –
κι έτσι ανθοστόλιστη, είχε αναγαλλιάσει

Χωρίς την πικρομήνυτη χιονιά
που την ψυχή μας κάνει να δειλιάζει
η ξέγνοιαστη να νοιώσει , ομορφονιά…

Θέμος Αμούργης

(που να τον ανακαλύψουν τα φιλολογάκια...)

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ


Της γέρικης ελιάς αναταράζει
τη φυλλωσιά και τους ιστούς της λυώνει
σε φως , τα ασημοκαμωμένο χιόνι
καθώς , ηλιοπερίχυτο , σταλάζει.

Τώρα …. της γερατιάς της το μαράζι
οι πόθοι , οι ελπίδες της κι οι πόνοι
ως τα ασπροφύλλωμα , νυφούλα, απλώνει
μια ανάσταση αγροικά κι αναγαλλιάζει.

Και στην ψυχή της μέσα, απ’ όσα κλείνει
κάποιο όνειρο εζωντάνεψε, αναδίνει
και την γητεύει , τώρα , πλανερά

Έτσι έχουνε ψυχή μου και σε μένα
τα σάβανα παρόμοια ετοιμασμένα
κι ακόμα σύ πιστεύεις στη χαρά…

Θέμος Αμούργης


Μην ψάχνετε τον ποιητή. Δεν τον έχει το Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πατάκη

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΙΙΙ)




Συχνά παραμιλώντας
ο μεθυσμένος άνεμος
-μισθοφόρος της νύχτας-
ψελλίζει ονόματα,
αναρίθμητες λέξεις.
Φωτίζεται το χώμα.
Τρελό πουλί της μνήμης
βυθίζει το ράμφος του
στις σχισμές των ουρανών.
Χάνονται οι λυγμοί .
Η λύπη μου σαρκάζει…
ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Sunday, February 10, 2008

ΕΛΙΑ


Στην κουφάλα σου εφώλιασε μελίσσι
γέρικη ελιά , που γέρνεις με τη λίγη
πρασινάδα που ακόμα σε τυλίγει
σα νάθελε να σε νεκροστολίσει.

Και το κάθε πουλάκι στο μεθύσι
της αγάπης πιπίζοντας , ανοίγει
στο κλαρί σου ερωτιάρικο κυνήγι,
στο κλαρί σου που δε θα ξανανθίσει.

Ω πόσο στη θανή θα σε γλυκάνουν,
με τη μαγευτική βοή που κάνουν
ολοζώντανης νιότης ομορφάδες

που σα θύμησες μέσα σου πληθαίνουν.
Ω να μπορούσαν έτσι να πεθαίνουν
Κι άλλες ψυχές, της ψυχής σου αδερφάδες.
ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ ΜΑΒΙΛΗΣ

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ


Στη δημοσιά, στη πέτρα πλάι εκείνη
το δέντρο που θωρείς μοναχικό
ξεράθηκε από τότε που έχει γίνει
στη ρίζα του, μια νύχτα, φονικό.

Σαράντα καλοκαίρια που δεν δίνει
στον πεζοδρόμον ίσκιο και καρπό.
Κι ειν’ ο κορμός του στέρφος που έχει μείνει
σα φίδι μαυροκέφαλο κι’ ορθό.

Στα κλαριά του ,λένε, δεν κουρνιάζει
πουλάκι διαβατάρικο ή τζιτζίκι.
Και κάποτε, που η νύχτα το σκεπάζει

φωνή απ’ την κουφάλα του αναδίνει,
κράζει τα κλαδιά, μιλεί, κι ω φρίκη,
- Δικαιοσύνη, λέει, δικαιοσύνη.

Αιμιλία Δάφνη

Saturday, February 09, 2008

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ




Τίνος χέρι να σ’ έσπειρε, ποια ώρα
λατρεμού; Συλλογιέσαι; Κοιμάσαι;
Από ποιού χρυσόνειρου τη χώρα
δέντρο , κρίνο, όραμα ήρθες: Τι να σαι;

Βλέποντάς σε γαλήνεψε η μπόρα,
σου μηνάει κ’ η Σελήνη: - Άστρο μου, άσε
να συρθώ προς εσέ μυροφόρα
η χλωμή σου αδερφή. Με θυμάσαι;

Κι αν η ρίζα σε δένη, η θωριά σου
πως είν’ έτοιμη ανάερη να φύγη;
Κι’ αν πετούμενο πού τα φτερά σου;

Του προφήτη η ματιά σε ξανοίγει
με αναστάσιμου αγγέλου το σχήμα
να κυλάς το λιθάρι απ’ το μνήμα.


ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

(Από τη συλλογή "ΤΑ ΠΑΡΑΚΑΙΡΑ")

Friday, February 08, 2008

ΑΠΟΚΑΡΑΔΟΚΙΑ


Στα φύλλα με τις λέξεις να κρυφτώ,
πάλι τυφλή και μαύρη νυχτερίδα.
Σωπαίνουν τα πουλιά στην καταιγίδα.
Κλάμα τ’ ανέμου ….Παραμιλητό.

Ποιος έκαψε της μοίρας το γραφτό;
Ποιος έσπασε την έβδομη σφραγίδα;
Δεν έμεινε στη γη μια προσωπίδα
να κρύψει της αράχνης τον ιστό;

Ω! Μίλα των ονείρων μου πηγή!
Το μαραμένο πότισε στεφάνι!

- Αίνιγμα με των στίχων την κραυγή
και χόρτο που προσμένεις το δρεπάνι:
Θα δεις στους φωτοκήπους την αυγή
τον άγγελο, που ξέχασες, να φτάνει.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Thursday, February 07, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (ΙΙ)


Άφησε με να φέγγω!
Συλλαβή τη συλλαβή
τραυλίζουν τα χείλη μου
τ’ όνομά Σου.
Ο μανδύας του φόβου,
οι θερισμένες μέρες
πνίγουν την κραυγή.
Στου ποταμού το μάκρος
το μόνο μήνυμα
στάχτες της μνήμης



ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Wednesday, February 06, 2008

ΟΙ ΘΕΡΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ (Ι)


Στα χείλη της αυγής
απλώνει τις φτερούγες του
συμπαίκτης του θανάτου.
Σαλεύουν οι κουρτίνες,
σπάζουν οι λέξεις…
Μήτρα του μηδενός
το σωπασμένο στόμα.
Στη σαρκοφάγο του χρόνου
χτυπά την πέτρα
ο ψίθυρος του Πειρασμού:
«Ποιος είναι ο δρόμος ;»


ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

ΘΑΛΑΜΟΦΥΛΑΚΑΣ



Νυχτωμένες εικόνες,
στολές νεοσυλλέκτων
σε βραδινούς θαλάμους.
Ψηλαφώ το σκοτάδι,
τις πύλες του ερέβους
στην τεταγμένη οδό
του παγωμένου χρόνου.
Στις πέτρινες σαρκοφάγους
της σιγής και της λύπης
εγώ κι Εκείνος,
μόνοι, ξαγρυπνούμε.

ΓΙΩΡΓΟΣ Κ. ΑΝΥΦΑΝΤΗΣ

Tuesday, February 05, 2008

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ Χ



Πιστεύει στην τέλεια Τέχνη,
τα ήπατά του αναβλύζουν πύον δροσερόν
και από αναγνώσματα μηδέν
καθότι μια ζωή αποτοξινώνεται απ’ το Τίποτα
(κάποιας αυτεπαγγέλτως περιπλόκου ψυχής).
Σε κάποιο μεγάλο κατήφορο
συναντήθηκαν τα σφικτά μας πηγούνια .
Ορισμένες φορές έχει ορμή,
Ιδρώνει κυνηγημένος
απ’ την κακεντρέχεια των βλοσυρών μας παιδιών.
Τα γεφύρια περνά,
τίποτα δεν του αρέσει
με σφικτές τις παλάμες ίσως
να υμνεί τα Ιεροσόλυμα.
Έχει αναλυθεί
φορές πολλές
με παρελθόν κομματιασμένο
-να ξέρετε πως κάποτε
όλα τα μακρόσυρτα μυστικά θα σας κυνηγήσουν-
από κάποιους αμφίβολους αγίους
που στριμωχτοί μέσα στο πούσι της νύχτας
του απόδωσαν όλα – μα όλα τα κρίματά του.
Αριστεριστής της τέχνης
στριφογυρνά το μακρύ του νύχι
στις πληγές των συντρόφων
με ώρες κενές και χαμόγελο ρώσου καλογέρου
Θα νικήσει ίσως η ψυχή που δε βολεύεται
παρ’ όλα τα κρίματά της.
Θα ιχνογραφήσει το χάος.

Πρόδρομος Προδρόμου
«ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ» (εκδόσεις Στοχαστής)

ΑΓΟΝΗ ΩΡΑ



Είμαι τόσο μοναχός…
Σχεδόν φτωχός
Τρέχουνε τα δάκρυά μου,
κόμποι χάμου.
Μπρός μου εν’ άστρο τρεμοπαίζει
κερωμένο στο τραπέζι.
Πλάθω ένα δειλό τραγούδι
Απαλό , λεπτό σαν χνούδι.
Μ’ έχουνε μ’ αυτό γελάσει
κι είμαι ολόμονος στην πλάση.

Arpad Toth (1886-1928)
ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΟΥΓΓΡΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ( αποδ. Κ. Ασημακόπουλος)

Ο ΑΝΥΠΟΜΟΝΟΣ



Το ανήσυχο σαν κινητήρας
τουρκάκι
Στον υπόγειο της Φρανκφούρτης
που όλη την ώρα πρέπει να χτυπά το τζάμι
στο σκοτάδι έξω απ’ το παράθυρο
αν και ξέρει
ότι η πόρτα δεν πρόκειται ν’ ανοίξει
παρά μόνο στην επόμενη στάση.
Τι θέλει; Είναι εγώ ;

Lars Gustaffson

«ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΣΟΥΗΔΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ» (απόδ. Βασ. Παπαγεωργίου)

ΣΗΚΩΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΠΑΚΙ ΤΟΥ ΘΡΑΝΙΟΥ




Το ίδιο όνειρο απόψε πάλι:
Κάθομαι σ’ ένα παλιό θρανίο
διανθισμένο με πρόστυχες χαραγματιές.
Ο καθηγητής ζητά να του δείξω τι έγραψα.
Θέλει να το διαβάσει για να με βαθμολογήσει.
Είμαι αρκετά καλός στα σουηδικά. Στο θρανίο βρίσκονται
δύο ποιητικές συλλογές , πολλές παρουσιάσεις βιβλίων
ακαδημαικές εκθέσεις, δύο φιλόδοξα δοκίμια,
γράμματα ημερολόγια και κασέτες με γραμμένα τραγούδια.
Ένα κρύο άρωμα από υγρή πέτρα και βρύα
με κτυπά όταν σηκώνω το καπάκι του θρανίου
για να βγάλω και να δείξω τι αξίζω.
Σπασμωδικά μαζεύομαι πάνω από το ανοιχτό θρανίο.
Βλέπω κάτω σ’ ένα παλιό ξεχασμένο πηγάδι. Μαύρο νερό.

Tommy Olofsson
«ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΣΟΥΗΔΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ» (απόδ. Βασ. Παπαγεωργίου)